ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ ΑΠ.ΒΡΑΧΙΟΛΙΔΗ

ΤΟ ΔΑΚΡΥ
ΤΗΣ ΧΕΛΩΝΑΣ

ΣΥΝΑΡΠΑΣΤΙΚΗ ΝΟΥΒΕΛΛΑ ΤΟΥ ΑΠ.ΒΡΑΧΙΟΛΙΔΗ
΄Ηθελε να καλογερέψει. Αβάσταχτος καημός. Δεν του κατέβηκε θεία επιφοίτηση, όπως συνήθως,… καθ΄όναρ αστράφτει αυτή στο μυαλό των Αγίων, παπάδων και κυρίως Δεσποτάδων, όταν μάλιστα συνέρχονται για την εκλογή νέων Μητροπολιτών. Ο Κορνήλιος Ναθαναήλ είχε αυτή τη λόξα- κλήση παιδιόθεν, ονειρευόμενος αδιάκοπα να γίνει παπάς, να ενδυθεί το τιμημένο ράσο κι, αν τόθελε ο ύψιστος, θα πήγαινε για δεσπότης κι ακόμα πιο αψηλά, αν του’ρχονταν όλα βολικά.

Αμούστακο παιδί, 14 χρόνων παλικαράκι, κράταγε την πατερίτσα του Επισκόπου, τα εξαπτέρυγα και τα λάβαρα του Μητροπολιτικού ναού. Χώρια που έδινε ρέστα στις ψαλμωδίες, με τη φωνάρα του, που ήτανε βροντερή ίσαμε με δέκα καμπάνες.

–Να διαβάζεις τέκνον μου πολύ, για να μπορέσεις να μπεις στη Χάλκη, τη Σχολή του Γένους, τον ορμήνευε ο Επίσκοπος συχνά.

Ο Κορνήλιος, εκεί που ήταν στουρνάρι και δυο φορές στάσιμος στο Γυμνάσιο, ξάφνου, πήρε την απάνω βόλτα κι άρχισε να φτερουγίζει στα γράμματα, ώσπου έφτασε νά’ναι από τους πρώτους στη τάξη.

Οι καλές, έως άριστες επιδόσεις στο Λύκειο, αποτελούσαν βασική προϋπόθεση για την εισαγωγή στη φημισμένη αυτή Πατριαρχική Εκκλησιαστική Σχολή της Κωνσταντινούπόλης.

Η άλλη, επίσης ουσιαστική προϋπόθεση, για να σπουδάσεις τα ιερά γράμματα, στη Χάλκη, ήταν να αναλάβει τα έξοδα του σπουδαστή, ο οικείος Μητροπολίτης, όπως πρόσταζε ο Κανονισμός της Σχολής.

Φαίνεται, ωστόσο, πως δεν ήταν τόσο… οικείος ο Επίσκοπος και του έκοψε τη φόρα, αρνούμενος να αναλάβει τα τροφεία, του νεαρού Κορνηλίου, που είχε τόση μεγάλη κάψα να ιερωθεί.

Η προβληθείσα αιτία ήταν, ως συνήθως, η έλλειψη εσόδων, μια και η Μητρόπολη του ήταν άστα να πάνε. Σκέτη φτώχεια, οδύνη κι ατέλειωτη μιζέρια. Μήτε γάμοι γινότανε, μήτε κηδείες και να πάρει η ευχή, μήτε ένα κοκκαλάκι Αγίου διέθεταν οι ναοί της περιφέρειας, ώστε να ελπίζει κανείς, μ΄ένα σεργιάνι του, νά’πεφτε κανένα παραπανήσιο κεράκι, κανένα τάμα, γενικώς ιερά κι αναστάσιμα όβολα.

Τίποτε, η Μητρόπολη ήταν στεγνή κι έτσι ο Κορνήλιος έμεινε ρέστος, υποχρεωμένος να βάλει στο ράφι τ’ όνειρο. Ιεράρχης δεν θα γινότανε ποτέ, προς μέγιστη ζημιά της Εκκλησίας, που θα έχανε ένα τέτοιο ταλαντούχο κελεπούρι.

΄Ετσι ήταν το θέλημα του Θεού, “και κάθε εμπόδιο για καλό”, όπως του είπε η μάνα του, μα τούτος δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί διάολο κόπιαζε τόσο καιρό και στραβώνονταν στο διάβασμα με τη γκαζόλαμπα μέχρι τα ξημερώματα.

΄Ολα πήγανε στράφι, και να μην πούμε πως είχε χιλιομετανιώσει που κράταγε και την πατερίτσα του λεγάμενου, κορδωμένου σαν γύφτικο σκεπάρνι, Αρχιερέως. Ξέχωρα που τού’ρχονταν συχνά να τον βρίσει πατόκορφα, μα συγκρατιόταν, γιατί κάτι τέτοιο ήταν χριστιανικά ανεπίτρεπτο.

Ώρες-ώρες ,ο Κορνήλιος, τελείως απαγοητευμένος, παραδέχονταν πως το νάσαι κακός μαθητής είναι μια πιο στέρεη κατάσταση. Το πολύ, να γίνεις δακτυλοδεικτούμενος στη γειτονιά κι όχι παρά πέρα. Με το νά’σαι καλός μαθητής και ριγμένος από Δεσπότη και Θεό, έ ,αυτό πια ήταν σχεδόν ανυπόφορο, εξοντωτικό. Διότι στη συγκεκριμένη περίπτωση, ο περίγυρος, δεν τον έδειχνε απλώς με το δάχτυλο, αλλά του εξαπόλυε και παχιές-παχιές, χορταστικές μούντζες, μ΄όλα τα δάχτυλα τεντωμένα.

Τρισυπόστατη μάλιστα μούντζα. Τριαδική! Από Θεό, Μητροπολίτη και λαό!

–Μην στεναχωριέσαι γιε μου, κάθε εμπόδιο για καλό. Εσύ νά’σαι καλά. Ο Θεός δεν αφήνει κανένα.. Κάνε υπομονή!, τον παρηγορούσε η μάνα του, σε ήχο πλάγιο.

–Εμένα ,όμως, μ΄άφησε, μ΄εγκατέλειψε ο Θεός, την ώρα που ήθελα να πετάξω σιμά του!

–Σιγά τώρα που Θεός, θα ασχολιέται με τα δικά σου όνειρα, άλλη δουλειά δεν έχει. Άσε, ο Θεός ξέρει τι κάνει, μη βιάζεσαι να βγάλεις συμπεράσματα… Ακόμη δεν πρόλαβες να βγεις από το καβούκι σου… κι αμέσως, στην πρώτη δυσκολία, κατεβάζεις τα μούτρα σου. Άει, βρε σπόρε, κοιτάξου στον καθρέπτη να δεις πως ασχήμαινες! Σιγά τα λάχανα.΄Εχασε ο Χριστός το κρεμύδι του! Έλα, έλα γιόκα μου.. μη το παίρνεις κατάκαρδα. Κι αν θες να ξέρεις, τις δικές μου προσευχές άκουσε ο Θεός κι όχι τις δικές σου!!!, του εκμυστηρεύτηκε αυθόρμητα η μάνα, μη αποκρύπτοντας την κρυφή χαρά της, για την εκτροπή που πήρε το μέλλον του γιού της.

–΄Ωστε, μάνα, κι εσύ εναντίον μου;

— Πως θα μπορούσα, γιόκα μου, να σε βλέπω ντυμένο στα μαύρα ράσα η δόλια; Θα μου έστριβε.. ΄Ασε, καλύτερα έτσι! Ξέρει ο Μεγαλοδύναμος τι κάνει. Τα πάντα εν σοφία ποιεί!

Ο Κορνήλιος, ωστόσο, το χαβά του, δεν τόβαζε κάτω. Φλέγονταν με το όραμα. Μεγάλη η καψούρα του.

Τέλειωσε το Λύκειο, αλλά όχι πια με καλό βαθμό, όπως στις προηγούμενες χρονιές, όταν τον έτρεφε το όνειρο. Από την ώρα που οι αμπάρες της Χάλκης κλείσανε γι αυτόν, δεν είχε καμιά όρεξη νάναι από τους πρώτους μαθητές. Ποιός ο λόγος; Για ποιο στόχο; Ο πιτσιρικάς είχε καταλάβει τη σημασία της κονσερβαρισμένης παιδείας.

–΄Οχι άλλες βλακείες Κορνήλιε, μουρμούριζε. Το πάθημα, σού’γινε μάθημα. Πέρνα τις τάξεις ίσα-ίσα στο όριο, κι άσε τους άλλους να βουρλίζονται. Καλός στα μαθήματα κι απορριπτέος στο όνειρο, δεν συμβιβάζονται,τσίφτη μου!, έλεγε στον εαυτό του.

Διακόσες ήταν το όριο των απουσιών στο Λύκειο, κι αυτός έφτανε τις 199 απουσίες. Την έκανε μόνιμα κοπάνα. Είχε εγκαίρως αντιληφθεί, αν και νιάνιαρο, πως “η διδασκόμενη ύλη” ήταν για τα πανηγύρια και φυσικά, δεν είχε καμια διάθεση, να φορτώνει το νιονιό του με σκουπίδια. Θέλησε νάναι πρώτος και το απόδειξε.Τώρα ήταν και πρώτος στο σκασιαρχείο. Δεν κοπροσκύλαγε στις αλάνες και στα άλλα άντρα “ευψυχίας” όπου είθισται οι νέοι να συνάζονται.

΄Οχι! Φουσκωμένος από πολλά βασανιστικά ενδιαφέροντα για τα μυστήρια της ζωής, πού τον έχανες, πού τον έβρισκες, στη Δημοτική βιβλιοθήκη της πόλης, αραξοβολούσε. Κατέβαζε τόμους, ξεφύλλιζε βιβλία, κράταγε σημειώσεις, και έδειχνε να το φχαριστιέται, να το απολαμβάνει ολόψυχα, χωρίς να παραλείπει, παράλληλα, να ενημερώνει το “απουσιολόγιό του”, διότι τερπνόν μεν το ένα, αλλά να μην χάσουμε και το μπούσουλα και φάμε την κατσάδα της χρονιάς, από την μάνα…αν μας απορρίψουν λόγω απουσιών. Δεν είμαστε δα …και τόσο ανεύθυνοι ”,έλεγε.

Τον Ιούνη τέλειωσε το Λύκειο, 17 χρονών τζόβενο και τον Νοέμβρη, εποχή που οι ουρανοί κατουρούσαν, ο παλαβιάρης αυτός, πήρε, μιά άλλη μεγάλη απόφαση:

–Μάνα, φεύγω για το ΄Αγιο ΄Ορος, δήλωσε με ορμή.

Η ψώρα του καλογερισμού τον φαγούριζε ακόμη.΄Ενοιωθε πως έπρεπε νά’ναι κοντά στο Θεό και να τον υπηρετεί. Του είχε βιδωθεί βαθειά μέσα του, χωρίς να ξέρει ωστόσο, τι σόϊ υπηρεσίες ήθελε ο Θεός. Κι αν, τέλος ,κάποιος Θεός γουστάρει, έχει ανάγκες υπηρεσιών από ανθρώπους! Του φαίνονταν λιγάκι παλαβό, που ένας Θεός μπορεί νά’χει ,για τις ανάγκες του, ανθρώπους στο κολάϊ του, μα το μυαλουδάκι του, παιδίον γάρ, δεν έφτανε πιο μακρυά! ΄Ετσι, όμως, του είχε καπνίσει. Τέτοια άκουγε από τον θρησκευάμενο περίγυρο του κορδωμένου Επισκόπου, του οποίου κρατούσε υποταχτικά την πατερίτσα, έστω κι αν μέσα του έχανε κάθε εκτίμηση για το τομάρι του, που έκανε αυτή τη δουλική εργασία… Μα ήταν παιδί, και μπορεί μεν να αναγούλιαζε, ωστόσο, δεν συνειδητοποιούσε το τι έκανε και γιατί το έκανε! ΄Ετσι τό’βρε, έτσι εξελίχθηκε σε βαστάζο πατερίτσας του Δεσπότου και Αγίου ημών. Αμήν!

Τη στιγμή που ανέκρουσε την απόφαση του, να σαλτάρει στο άβατον ΄Ορος, η μάνα του, έπλενε πιατικά στην κουζίνα. Τόσο φαίνεται, ταράχτηκε από αυτό που άκουσε, ώστε κανα δυο ποτήρια γκρεμίστηκαν κάτω και γίνανε θρύψαλα, σκόνη.

–΄Ελα Χριστέ και κύριε, τι είναι πάλι αυτό που ακούω, έσκουξε και με τα χέρια της να σαρναρίζουν με νερά άρχισε να σταυροκοπιέται η κυρά. Και συνέχισε φουρκισμένη, τελείως αναστατωμένη, χωρίς εντούτοις, να μαλλιοτραβιέται.

–Δεν είμαστε καλά, πως σού’ρθε πάλι και τούτο; Δεν κάθεσε στ΄αυγά σου γιόκα μου,τι θες κι ανακατεύεσαι με τους παπάδες; Θες να ταϊζεσαι, μια ζωή, με αντίδωρο και με λάδι για τα καντήλια; Με μνημόσυνα, ευχέλαια κι άλλα άχαρα; Κόψτο πια, θα θυμώσω! Δηλαδή τι, θα θυμώσω; Είμαι κιόλα θυμωμένη!

–Μιά φωνή μέσα μου, μάνα, με προστάζει…Δεν συγκρατιέμαι. Πως να στο πω, μωρέ μανούλα;!

–Άσε πια αυτές τις φωνές. Να δεις σε μένανε πόσες φωνές χοροπηδούν μέσα μου, μα δεν παλάβωσα κιόλα να κάνω ό,τι μου λένε! Άφησέ τες να σκούζουν! Δουλειά τους είναι για να μας κάνουν να αποχανόμαστε.. Πάντως κάνε ό,τι νομίζεις κι ο Θεός Βοηθός… Αν και… προς Θεού τραβάς, δεν βλέπω ο Θεός να σε συντρέχει! Λιγάκι περίεργο αυτό, μα δεν το νογάω καθόλου, παρά το ότι οι σχέσεις μου με τον Επουράνιο, δεν είναι από τις χειρότερες, όπως γνωρίζεις!

–Καλά, μάνα, μην ανησυχείς. Θα πάω στο Αγιο ΄Ορος, θα δω, θα κατοπτεύσω το έδαφος κι αν μου ταιριάζει, τότε βλέπουμε και κάνουμε. Δεν θα το… παντρευτούμε κιόλα!

–Εντάξει, γιόκα μου, ό,τι πεις εσύ.. Ο Θεός, ας σου δώσει φώτιση, για να μην μετανιώνεις μετά..

Η μάνα του ξαναεπέστρεψε στα κουζινικά της καθήκοντα, ενώ ο νεανίας ψαχούλευε στα συρτάρια, αποφασισμένος να ετοιμάσει το σάκο του με όλα τα χρειώδη εφόδια που έκρινε, για το ταξίδι, όπως του κατέβηκε ξάφνου να κάνει, στο ΄Αγιο ΄Ορος.

Μετά, οι δυο τους, κάθησαν στο τραπέζι για το μεσημεριανό τους.

–Πάλι χελώνα με κουκουνάρες θα φάμε, μωρέ μάνα, παρατήρησε ο Κορνήλιος.

–Αυτό μας δίνει ο Μεγαλοδύναμος.

–Ποιος μεγαλοδύναμος, ρε μάνα; Εγώ δεν μαζεύω τις χελώνες και τα κουκουνάρια από το δάσος;

–Ασεβείς! Και μου θέλεις να γίνεις και κληρικός! Κούνια που σε κούναγε! Βρε, χωρίς τη βοήθεια και την Πρόνοια του Υψίστου, θα έβρισκες χελώνες για να τις έχουμε στο τραπέζι; Και μην μου πεις πως δεν είναι λαχταριστό φαγί! ΄Ετσι;

–Μωρέ παρά είναι, μα κάθε μέρα το ίδιο; Το πολύ το “Κύριε-Ελέησον” το βαριέται κι ο παπάς..

–Αυτό μας δίνει ο Κύριος!

–Ω, παράτα με, πια, μ΄ αυτόν τον… Κύριο, που τον βάζεις και στην… κατσαρόλα μας, διαμαρτυρήθηκε ο νεανίας.

Ο Θεός, θαρρείς πως χαμπαρίζει με τέτοιες ανοησίες; Παρδόν, μάνα ,αλλά πως να στο πω; Ο Θεός είναι άλλο πράμα, αν και δεν είναι πράμα…!

–Ναι, σάλτα, τέκνον μου στο Άγιο ΄Ορος και θα δεις, τι πράμα Θεός υπάρχει εκεί! Σάλτα.. και γρήγορα….΄Αντε φύγε, προτού με πάρουν τα δάκρυα… και δεν ξέρω η κατακαημένη, αν σε μεταδώ! Καλό σου ταξίδι….

Ο Κορνήλιος πήγε στο Άγιο, Θεοβάδιστον΄Ορος. Στο Περιβόλι της Παναγιάς. Εκ πρώτης όψεως δεν του κακοφάνηκε το σκηνικό. Βρήκε πολλά ενδιαφέροντα, ιδιαίτερα, τις βιβλιοθήκες και τα ιστορικά κειμήλια, που εν αφθονία διαθέτουν οι Μονές. Με τους καλόγερους, δεν είχε πολλά σούρτα-φέρτα και για τό λόγο, πως αν και νεανίας, τους βρήκε κάτω των προσδοκιών του. Τέλος πάντων, όμως, σκέπτονταν: “Θα συμβιβάζονταν να ζούσε εδώ, αν υπήρχαν κάποιες στοιχειώδεις συνθήκες για προσφορά ουσιαστικού έργου, κι όχι να περνάει τη ζωή του ξοδεύοντας τον καιρό του σε προσευχή. Κύριε Ελέησον ημάς,΄Αγιος ο Θεός κι Άγιος Ισχυρός, που κανείς, ωστόσο, δεν Του αμφισβήτησε(του Θεού) αυτά τα προσόντα! Δεν καταννοούσε ο νεαρός γιατί ο Θεός γούσταρε να ακούει τέτοια κανακευτικά και χαδιάρικα της υπεροχής Του, από τα τέκνα του. Για να γίνει πιο ισχυρός; Πόσο πιο; Τάχα να το πιστέψει κι ο ίδιος πως έτσι είναι; Και δεν τους ρίχνει μια καρπαζιά για να τους συνεφέρει από τα χαζά τους; Πατέρας και δημιουργός δεν είναι; Παινέματα από τα παιδιά του ήταν ανόητο να γούσταρε. Τού’χε λασκάρει; Δεν ήξερε πως οι πατεράδες, συγχωράνε τις αταξίες των παιδιών τους; Ο,τι και να γενεί! Τούμπα νά’ρθει το σύμπαν! Λοιπόν, αυτοί εκεί πάνω, στο ΄Αβατον γιατί κλαυθμιρίζουν; Γιατί λιβανίζουν τον “πατέρα”τους; Γιατί σιτεύουν, νηστεύουν; Για να ευχαριστήσουν τον πατέρα Τους; Μα κανένας πατέρας δεν θέλει λιβανίσματα από τα τεκνία του!

Ήμαρτον, Κύριε, για τις ανευλαβείς σκέψεις! μουρμούρισε, ο, όντως, ιδιότροπος νεανίας, Κορνήλιος Ναθαναήλ.

Για να ρυθμίσει την παραμονή του εκεί, στο ΄Αγιο ΄Ορος, απευθύνθηκε στην Ιερά Επιστασία των Καλογέρων και τους σκάει το παραμύθι, πως “νόμιζε ότι θα τους ήταν σε πολλά χρήσιμος… κι αποτελεσματικός, προς Δόξαν του Κυρίου!”…

Μα αυτοί, οι καλόγεροι ενυπνιάζονταν και δεν κατάλαβαιναν τη …χρηστική πρόταση του νεαρού φωστήρα.

–Άγιοι πατέρες, απ΄ό,τι έχω καταλάβει, υπάρχουν εδώ πολλοί τομείς, όπου θα μπορούσα να σας βοήθήσω και σαν γραμματικός και σαν ό,τι άλλο θέλετε. ΄Ετσι δοκιμαστικά… μέχρις ότου με έγκρινετε για μοναχό! τους είπε.

Το Ιερό κογκλάβιο εξέτασε την περίπτωσή του, τη ζύγιασε όσο, βέβαια, το παπαδαριό μπορεί να ζυγιάζει μερικά πράματα, με το στουπί που έχει στον εγκέφαλο. Ο νεανίας, απρόσμενα έφαγε χυλόπιτα…και μετά, τρέχα γύρευε Γεραμπή! Πάλι, το παιδίον, ρίχνεται στον κάλαθο των αχρήστων. Του πεταμού ο δυστυχής! Σταθερώς απορών και χαζοβιόλικα ανοηταίνων!

΄Αλλη μια κατραπακιά απο το συνάφι του Θέού, ή έστω απο κείνη τη φάμπρικα, που διαλαλεί ότι, εκπροσωπει Θεό, επί γής, προς μέγιστην τσίρλα του θρησκευάμενου λαού και απάντων των διπόδων!

–΄Οχι τέκνον μας, εσύ δεν κάνεις για μας!

Του το είπανε κατάφατσα και μάλιστα, σε χαρτί με βούλα και τζίφρα, που την κοτσάρανε σοβαρώς! Επίσημα.

Ο νεανίας Κορνήλιος Ναθαναήλ στην αρχή απόρρησε. Μετά έτριβε τους οφθαλμούς του. Πήγαινε να βγάλει τσίμπλες.

Άλλη μια πόρτα Θεού κλειστή γι αυτόν! Λές ο Θεός να μη γούσταρε τη φάτσα του; αναρωτήθηκε. Λες να μην ταίριαζε στα γούστα του;

Απόδιωξε τα ερωτήματα, ως αφελή κι ανούσια!

Τον έδιωξαν! Τομάρια ανθρώπινα, σαν και το δικό του. Κάτι μουχλιασμένα, σιτεμένα, χλωμά, κιτρινιασμένα, φρικιά, άζωα πλάσματα, φαντάσματα… μιας πρώην ζωής. Ουστ, του είπαν!

΄Όχι,δεν τον απόρριψε ο ίδιος ο Θεός! Αυτό ήταν βέβαιο. Το πίστευε. ΄Η έστω πάσχιζε να το πιστέψει!

΄Εκανε τίποτε στραβό; Μια χαρά παιδί ήταν. Δεν στραβοπάτησε, αμόλυντος, ένιωθε όπως όλοι οι νέοι. ΄Ηθελε να αφοσιωθεί μονάχα στον Θεό! Ήταν κακό αυτό; Οι άλλοι,όμως, οι εκπρόσωποί του Κυρίου, του κατέβασαν τα ρολά! ΄Απαγε από μας, τούλεγαν! Τσόγλανε!

–Βρε αμάν, βρε ζαμάν, τι γίνεται εδώ; Δεν με γουστάρει ο Θεός, οι επί γης θεματοφύλακές του;

Απαντήσεις δεν είχε στο βασανιστικό αυτό ερώτημα.

Πήρε των ομματιών του κι έφυγε από το θεοβάδιστον ΄Αγιον ΄Ορος, το Περιβόλι της Παναγούλας.

Και σίγουρα, σκέτο περιβόλι σε σχέση μ΄αυτά που απρόσμενα, αναπάντεχα, βιούσε! Μπαχτσέ-Τσιφλίκ κυριολεκτικά! έλεγε.

Γύρισε πίσω, σπίτι του,του άρον-άρον…΄Εβρεχε,σχέτη αντάρα.Στάθμευσε αναγκαστικά, μιά κι ήταν περασμένη η ώρα, στην Ουρανούπολη, το αποκούμπι των βασανισμένων Αγιορειτών, όπου καταφεύγουν εδώ, για να ξεχαρμανιάσουν σαρκικά, αν και τους έρχεται πιο βολικό να πετάγονται στην πολύβοη Σαλονίκη, χωρίς να γίνονται σούσουρο για τις πονηρές αυτές αδυναμίες τους.

Λεωφορείο δεν υπήρχε. Τα χρήματα στην τσέπη του νεανία λιγοστά, ακόμη και πιο λιγοστός ο Θεός, που ήθελε να υπηρετήσει, μα αυτός από ψηλά μπάνιζε την περιπέτειά του, αλλά δεν έκανε καμια κίνηση εύνοιας! Το παιδί, κοιμήθηκε, μέσα στο λεωφορείο, που βρήκε ανοιχτό, στο ίδιο αυτό, που το πρωϊ θα τον μετέφερε , στη Σαλονίκη. Ευτυχώς.

Η μάνα του τον περίμενε με ανοιχτές αγκάλες και μ΄ένα πιάτο σούπα αχνιστής χελώνας, με κουκουνάρια, που μοναχά αυτή ήξερε να μαστορεύει, ως γνωστόν.

–Νάσαι καλά ρε μάνα. Είκοσι μέρες βολόδερνα στο ΄Αγιον ΄Ορος, μα την… Αγιοσύνη του ΄Ορους, δε τη γεύτηκα.

Με εξαπέστειλαν όπισθεν, κακήν κακώς! Η Παναγιά και το περιβόλι της, μου γύρισαν τα πισινά τους! Δεν περιγράφεται!

Χέστα!΄Αστα μάνα, να πάνε στην ευχή, αν και μούρχεται να πω .. στο διάολο!

–Πες το κι έτσι γιέ μου. Κουβέντες είναι κι όχι αμαρτία. Πες ό,τι θες να ξαλαφρώσεις…

–Μωρέ, δεν είμαι βαρεμένος, ούτε θυμωμένος. Απορεμένος μόνο. Κι αν θες να ξέρεις μ΄άρεσε, στο ΄Αγιο ΄Ορος, αλλά και δεν μ΄άρεσε κιόλα…

–Τι είναι πάλι τούτο;΄Η σ΄αρέσει ή δεν σ΄αρέσει κάτι!

–Εδώ, είναι ο κόμπος μάνα. Δεν ξέρω, μα υπάρχει εκεί, ξέχωρα από τους καλόγερους, μια αύρα γοητείας, μαγείας, που σε διαπερνάει. Θαρρείς πως είσαι σ΄άλλο κόσμο…Είναι μια ομορφιά υπερκόσμια, δεν ξέρω πως να στο πω…

–Μη το λές, γιατί εγώ είμαι αγράμματη και δεν θα το νογήσω. Πες μου, πως την έβγαλες εκεί από φαγί, αυτό με νιάζει, κυρίως …Σαν να μου αδυνάτισες λιγάκι, έ ;

–΄Ασε απο φαγητό, μάδερ, είχα στερέψει παντελώς!

Φακές , για πρωϊνό ρόφημα! Τίς έτρωγα κι έκανα και δυό τούμπες! Μεσημέρι φασολάδα. Βραδινό δεν υπήρχε. Ακανόνιστα, όλα ανάποδα. Την έβγαζα με τις κονσέρβες, που προνόησα να πάρω μαζί μου. Εκείνο που δεν χώνεψα, ήταν ποιοι καταβρόχθιζαν τα ψάρια που αφθονούν στο γυαλό…΄Ο,τι ψάρι τραβάει η όρεξή σου, μέχρι και καρχαρίες… Καί ψάρευαν πολλοί καλόγεροι. Υποπτεύομαι πως κάποιοι μάγκες, στα κρυφά μέσα στο κελί τους, ντερλικώνουν αγρίως. Μάνα στο ΄Αγιο΄Ορος όλα είναι ξεκρέμαστα,σχεδόν φρικώδη. Οι καλόγεροι εκεί, αραχνιασμένοι, μπρούντζινοι, ξεροί και μόνιμα λεροί σε μια ατέλειωτη ανυπαρξία.΄Αφησέ τα, μην τ’ ανακατεύεις!

— Γιόκα μου, εγώ τά’χω αφημένα, εσύ να μην τά’χεις κρατημένα! Βαριά η καλογερική, γιόκα μου!

–Τρίχες μάνα! Ποιός το λέει αυτό; Τεμπελιά, αραλίκι κι ΄Αγιος ο Θεός. Δεν είναι βαρειά η καλογερική. Βαρεμένοι είναι κάποιοι, σχέτα ντουβάρια!΄Ολοι τους είναι υποτακτικοί, ο ένας στον άλλον. Ο ένας προσκυνάει τον άλλον κι ο άλλος, άμα δεήσει μπορεί και να σου… επιτρέψει να ανασάνεις! Αλιώτικα σε τρώει η μαρμάγκα. Έφριξα από την καταχνιά του νιονιού.

–Τόσο σοβαρά τα …πράγματα, ε;

–Ναί μαμά, αν και διακρίνω μια χροιά ειρωνίας στη φωνή σου, σου λέω πως οι Καλόγεροι, είναι δούλοι! Ο νεότερος κάνει τεμενάδες υποταγής στον αρχαιότερο, κι ο γέροντας , στον πιο γεροντότερο και πάει λέγοντας. Πνευματικούς πατέρες, (έτσι ονοματίζονται μεταξύ τους) είδα, Θεό δεν είδα μάνα…Για πνεύμα, ας μη μιλάμε πια!

–Τι μου λες, ρε παιδί μου;Τόσο σοβαρά τα πράματα στο Άγιο ΄Ορος; Μ΄αυτή την κακοχειμωνιά που σου κατέβηκε να πας, στο ΄Ορος, ποιόν Θεό να δείς; Ο Θεός πάει εκεί που έχει ήλιο, φως, όχι σε συνεφιασμένα βουνά…και σκουντούφληδες απαγοητευμένους καλογέρους;

–Μάνα μήπως έχω την αίσθηση ότι με περιγελάς;

–΄Ελα καλέ!… Πως σου πέρασε από το μυαλο;

–Μάνα, με γέννησες λεύτερο, με μεγάλωσες χωρίς να μ’ αναγκάζεις σε υποταγή, που είχες δικαίωμα να το επιβάλλεις. Μ΄αφήνεις να κάνω αυτό που μου κατεβαίνει, έστω κι αν διαφωνείς, έστω κι αν από ένστικτο καταλαβαίνεις, πως με τις επιλογές μου θα σπάσω τα μούτρα μου, αλλά μ΄αφήνεις! ΄Ετσι κάνει κι ο Ύψιστος. Η κάθε μάνα και κάθε πατέρας!

–Η μεγαλύτερη δωρεά του Θεού είναι η λευτεριά μας, γιε μου. Το λεύτερο, αμόλυντο μυαλό μας! Μ΄αυτή την έγνοια, με τέτοιο αναμμένο καντύλι, σ΄ανέθρεψα!

Το παιδί, την άκουγε, μ΄όλο τον σεβασμό που απαιτείται στη σχέση μητρός και τέκνου, κατά τις… άγιες παραδόσεις παρά τοις ΄Ελλησι. Έδειχνε να συγκατανεύει μα ήταν ιδιαίτερα ζαλισμένος, με το τι είναι ζωή και τι απάρνησή της, γιατί αυτά που βιούσε έως τώρα, και ιδιαίτερα μετά την περιπέτειά του στο Άγιον ΄Ορος ήσαν αλλοπρόσαλα. Από το αδιέξοδο τον έβγαλε η μάνα του ρωτώντας τον:

–Άκου παιδί μου σε γέννησα εγώ, ναι, ή όχι;

–Ναί …Εσύ …το ισχυρίζεσαι! Εγώ δεν ξέρω και πολλά!

-Τέλος πάντων, μη μπλεκόμαστε σε λεπτομέρειες. Είμαι ζωοδότης σου; Η πηγή της ζωής σου; Διαφωνείς;

–Και ναί κι όχι!..Διότι είναι κι ο πατέρας μου από δίπλα!

–Αυτόν άφησέ τον! Είναι από μια άλλη ιστορία! Η ταρίφα είναι συγκεκριμένη.Σε γέννησα! Σ΄έφερα στη ζωή! …Χώνεψέ το! Εγώ, η μήτηρ σου, είμαι η ζωή! Η ζωή σου! Εγώ,υπήρξα εργαλείο Θεού για τη ζωή σου! Ο Θεός έφτιαξε το σύμπαν κι εγώ εσένα.΄Αρα….;

–Τι άρα, μωρέ μάνα, τον πατερούλη μου, που τον βάζεις;

–Έπαιξε κι αυτός τον ρολάκο του, μα δεύτερο ρόλο και πολύ του είναι! Χρησιμοποιήθηκε από φύσην και Θεό, ο οποίος είναι η φύση! Εγώ είμαι η εκλεκτή του Υψίστου και της ζωής!΄Οχι ο ανεπρόκοπος πατέρας σου!

Εγώ παράγω ζωήν! Ο πατέρας σου, ήταν σπορέας απλώς και τίποτε περισσότερο! Ο άντρας τέκνον μου είναι κομπάρσος, ποτέ πρωταγωνιστής. Η μάνα γης, η γυναίκα παράγουν ζωή! Συγνώμη βέβαια, μια κι εσύ είσαι άντρας, αρσενικό, μα δεν είναι δικές μου οι φτιαξές αυτές! Του Θεού είναι!

–Παραλογίζεσαι μάνα…παρατήρησε ο Κορνήλιος.

–Ποτέ δεν παραλογίζεται μια μάνα! Νιονιό μπορεί να μην έχει στο τσερβέλο της, μα λειτουργεί κατά φύση!

Γι αυτό, εκεί στον Αγιο ΄Ορος, χάσανε το μπούσουλά τους!

Γι΄ αυτό κι έχουμε αγίους …πολλούς, μα αγίες ελάχιστες!

–Μάνα, σε παρεξήγησα. Είσαι αληθινή θεά! Να μα την Παναγιά! Υπογράμμισε, αγλαϊσμένος, ο Κορνήλιος.

–Μην λες υπερβολές! Μην είσαι αυθάδης! Αλλά τώρα, μεταξύ μας, κι εσύ γιέ μου είσαι Θεός! Από μήτρα Θεάς, θεοί γενιούνται! Δεν είσαι ζοντόβολο! Το απόδειξες! Είσαι λεύτερος. Εχεις καθαρό μυαλό κι αυτό μου φτάνει! Οι Θεοί, γιόκα μου, είναι αέρας, πνεύμα πετούμενο. Δεν είναι κονσέρβα. Δεν είναι μάντρωμα του ανθρώπου σε κανόνες και τυπικά και ιεροτελετουργικά! Υποταγή, ταπείνωση ανθρώπου προς άνθρωπο! Θυσίες αμνών και λιβανιών, ύμνοι προς τον δημιουργό, Θεό. Οι Θεοί δεν είναι ταπεινοί, ούτε στενόκαρδοι, δεν θέλουν χαϊδέματα, καλοπιάσματα, κεριά κι ευλογίες. Δεν γνοιάζονται για τέτοιες βλακείες οι Θεοί. Δεν κανακεύονται με ύμνους και τραλαλά.΄Ολα αυτά είναι… κατά του Θεού! Φοβάμαι πως θα μας πάρει ο διάολος και θα μας σηκώσει με τέτοιες αποκοτιές. Και το πρόβλεψα, η δόλια! Μάρτυς μου ο Θεός:

— “Εδώ θάναι πάλι το πιτσουνάκι μου!” Είπα. Και νά’σαι γιέ μου! Επέστρεψες πάλι. Απολωλός πρόβατον…!

–Πάλι νομίζω ότι ειρωνεύεσαι μάνα…

–Καλέ εγώ; Ο Χριστός, ο γιός του Θεού, δεν μας λέει πρόβατα; Ποιος ειρωνεύεται ποιόν; ΄Ομως εγώ παιδί μου, που δεν νιώθω ότι γέννησα πρόβατο, εγώ που ποτέ δεν μαντρώθηκα σε στάνη και μαντρί, λέω σοβαρά: Χαίρομαι… που επέστρεψες. Κι επέστρεψες όχι ως πρόβατον, έστω κι άν ο ..Κύριος παρεξηγηθεί! Να παρεξηγηθεί! ΄Η θα διαλέξει, αν είμαι πρόβατο, ή άνθρωπος, κατ΄εικόνα και ομοίωσή του! Αλιώτικα θάχει κακά ξεμπερδέματα μαζί μου! Σε χαίρομαι αληθινά!

— Στο ΄Αγιον ΄Ορος, μάνα, είδα βέβαια και φωτισμένους καλόγερους, ωραίους, και θεϊκους, ήρεμους, μα πνίγηκα από όλα τά’αλλα και περισσότερα. Σχεδόν ανατρίχιασα!

-Ω ναι, στη ζωή θα βλέπεις και τους μεν και τους δε! Μα μη το παίρνεις τόσο κατάκαρδα…κι ανατριχιαστικά!

–Τι να σου πω, μανούλα μου. Ο θάνατος εκεί, ήταν ολούθε, τριγύρω, σε κάθε πετραδάκι.Και τα ζωντανά, οι καλόγεροι, προπονούνται από τα χαράματα μέχρι το μεσονύχτι, να γίνουν πρωταθλητές στο στίβο του θανάτου! Αυτό που πιστεύουν δεν είναι Θεός! Ο Θεός που εγώ ξέρω, όπως εσύ με δίδαξες, δεν είναι σκοτάδι, καταχνιά! Μα φως κι ομορφιά. Μάνα μ΄ακούς, τι με κοιτάς έτσι; Έχω μπερδευτεί. Καμιά φορά σκέφτομαι, πως, ίσως, καλά έκαναν και οι Αγιορείτες και ο Δεσπότης μας, να μ’ απορρίψουν. Δεν με θέλησαν στο συνάφι τους. Τι να τους έκανα , εγώ, ξένο σώμα; Είμαι πρόθυμος να δοξολογώ το Θεό, μα να χύνω δάκρυ για τις αμαρτίες που έκανα για να με συγχωρέσει; Ας μην τις έκανα! Θα κλαίω μια ζωή για τα φάλτσα μου; Δηλαδή, τι είναι ο Θεός, που συνεχώς θα χτυπάω την πόρτα του και να τον παρακαλάω να συγχωρήσει τα ανομήματά μου. Μια δυο, θα με βαρεθεί και θα με στείλει στο διάολο! Κλάψτα, μάνα. Φρίκιασα! Εγώ αλλοιώτικα τον διάβασα τον καλογερισμό. Ναι, απάρνηση των εγκωσμίων, κατανίκηση των επιθυμιών του σαρκίου μας και του σκεμπέ μας και λακιρντί πολύ με τον Θεό και τον εαυτό σου. Μα να βγάλω κάλους στα γόνατά μου από τα προσκυνήματα και τους τεμενάδες, λιτανίες, ατέλειωτα τυπικά, κανόνες κι “ερωτικές” εξομολογήσεις αμαρτιών, ενώπιον σκελετωμένων “σοφών”, δεν το καταλαβαίνω. Αντίς να αυτοβασανίζομαι, μετανοιωμένος γι αυτά που έκανα, πρακτικότερο θάταν να μην τά’κανα. Μάνα, μήπως μου έστριψε;

Παραμιλούσε ο νεανίας,αφηγούμενος τις εντυπώσεις του, από το ταξίδι στο ΄Αβατον. Η μάνα του τον κοίταζε, πότε λοξά και πότε ίσια, μέσα στα μάτια, προσποιούμενη εμφανώς ότι η “κοτσανολογία” του γιού της, την συνάρπαζε.

Κάποια στιγμή ο Κορνήλιος, ξυπνόντας από το παραμιλητό θυμήθηκε κάτι, και ρώτησε τη μάνα του, αν έχει υπόψη της τι είναι το άβατον ..του Αγίου ΄Ορους

–Παρά ξέρω ! Το άβατον είναι γιά τις γυναίκες..που όμως έγινε βατό από την ΄Αλίκη Διπλαράκου, την Μις Υφήλιο, στον καιρό μου, που μπούκαρε, του καλού καιρού μέσα στο Άγιο όρος,. Θαρρώ εκεί στα 1935…ντυμένη μάλιστα ναυτάκι και με μαλλιά αλά γκαρσόν.

–Δεν τα ξέρεις καλά, μάνα! Αυτό το Όρος, το οποίο σήμερα είναι άβατο για τις γυναίκες, μπας και σκανδαλιστούν οι μοναχοί, ήταν επίσης άβατον κατά την αρχαιότητα… για τους ΄Αντρες! Με τίποτε δεν πατούσαν οι άντρες εκεί.

–Σώπα;

–Στο ίδιο μέρος υπήρχε ναός Αρχαίος , στην Θεά Αρτέμιδα και η περιοχή κατοικούνταν από ολόδροσες νεαρές ιέρειες. Τότε λοιπόν, απαγορεύονταν επίσης, δια ροπάλου, η είσοδος των ανδρών, στο σημερινό ΄Αγιο Περιβόλι της Παναγιάς. Τότε ήταν περιβόλι των Θεάς Αρτέμιδος….

–Για κοίτα που η ζωή έχει και τέτοια γυρίσματα, παρατήρησε εντυπωσιασμένη η μάνα.

— Ναι, μου το εκμυστηρεύτηκε ένας καλόγερος, σπουδαγμένος και σοβαρός. Πάω να παλαβώσω μάνα μου!

–΄Οχι γιόκα μου, λεβέντη μου, ζωή μου.΄Ισα-ίσα . Φωτίστηκες! Πέταξες από πάνω σου τις αράχνες κι ανακαλύπτεις τον αληθινό Θεό μέσα σου. Ο Θεός είναι φως, ζωή, όχι νέκρα.. σάβανα! Σου το δίδαξα είπες πριν. Λοιπόν; “Εγώ ειμί η ζωή”, το λέει ο Κύριος.

–Η …αιώνιος ζωή, λέει μάνα!

–Ωραία, αυτό λέει ο Ιησούς. Η ζωή είναι αιώνιος. Εκατομμύρια χρόνια ζούμε κι άλλα τόσα θα συνεχίσουμε, πού βλέπεις τη διαφορά; Οι καλόγεροί σου στο Αγιο ΄Ορος προσδοκούν, μετά θάνατον μια άλλη ζωή, που θά’ναι πιο αιώνιος, από την ήδη αιώνια επί γής. Φαλτσάρουν,γιέ μου! Ζούν εδώ στην ολοζώντανη γη, καρτερόντας τον θάνατο, προσευχόμενοι να ψωφίσουν το συντομότερο, για να μετακομίσουν στην άλλη ζωή.. Και τότε ο Θεούλης γιατί μας δώρησε τη ζωή; Γιατί, μιά κι έξω, δεν μας έμπαζε στη βασιλεία του, την αιώνιο και νάχει κι αυτός ήσυχη την κεφαλή του κι εμείς να περνάμε ζωή και κότα, χαρισάμενη..

–Για να μας δοκιμάσει, μάνα μου, να μας υποχρεώσει να γίνουμε κατ΄εικόνα κι ομοίωσή του..

–Ορθά. Αυτό προσπαθώ να σου πώ τόσην ώρα, μα ντιπ για ντιπ δεν κατάλαβες; Η ζωή μας είναι μια περιπέτεια άσκησης για τη θέωσή μας, για την ολοκλήρωσή μας, τον εξανθρωπισμό μας, μέχρις ότου φτάσουμε να γίνουμε ολόφτυστοι σαν το Θεό. Τόπες ήδη.Γιατί μπερδεύεσαι τόσο; Η ζωή δεν είναι κομποσκοίνι, κομπολόγι θανάτου. Μετράω τις χάντρες, προσευχόμενος, να με πάρει την ψυχή ο θεός και να μου δώσει ένα σκαμνάκι να κάθομαι δίπλα, εκ δεξιών του..; Τι παραμύθια είναι αυτά; Αντί αυτοί να δοξάζουν το Θεό για το δώρο της ζωής, κλαίνε παρακαλώντας το Θεό να τους πάρει την ψυχή! Καταλαβαίνεις βρε μπουνταλά τι νογάω; Άντε .. άντε δεν θέλω άλλες χαζομάρες. Πιάσε τον μπαλτά και τράβα στην αυλή να περιποιηθείς καμιά χελώνα…

Η μάνα βάζοντας τελεία και παύλα στον άνοστο διάλογο, έκανε μια χειρονομία κι έδειξε στο γιο της την πόρτα.

Ο νεαρός Κορνήλιος, υπάκουσε πειθήνια και βγήκε στην αυλή. Εκεί σε μια γωνιά είχανε ένα περιφραγμένο χώρο, όπου μάζευαν τις χελώνες, τις οποίες, Θεού ευλογούντος, καταβρόχθιζαν, προς δόξαν της ζωής, όπου, ως γνωστόν, το ένα πλάσμα χαύει τ’άλλο προς …διαιώνιση της ζωής!

Οι καημενούλες οι χελώνες,αγαθές, ήρεμες, με περίεργα ματάκια,καρτερούσαν μέσα στο κλουβί, την ώρα που ο Κορνήλιος θα τις ξεπάστρευε, θα έκοβε το νήμα της ζωής τους.

Το αμούστακο παιδί καταλάβαινε, πως τελικά, ήταν ένας δήμιος, ένας ψυχρός εκτελεστής. Για τις ανάγκες της επιβίωσης τους, εκεί στην άκρη του δάσους, ολομόναχοι με τη μάνα του, κάτι έπρεπε να φάνε, μιά και οι πόροι τους, τα έσοδά τους ήταν μονίμως λιψά κι ίσα-ίσα που τα βόλευαν. Παραδέχονταν πως στερούσε τη ζωή των χελωνών, μα μαλάκωνε τη συνείδησή του με τη σκέψη πως κάτι τέτοιο ήταν αναγκαίο και θυμόταν τον χασάπη της γειτονιάς, απ΄όπου κάθε τόσο προμηθεύονταν κοτοπουλάκια λαχταριστά κι ευγευστά, κομμάτια αμνού, δηλαδή πάλι πρώην ζωντανά, που προορίζονταν ενδόξως για την κατσαρόλα τους.

Κι αυτά πλάσματα του Θεού ήταν, μα τα έτρωγαν και το φχαριστιόταν απείρως, αφού η φαντασία των γυναικών, στο μαγείρεμα, υπερβαίνει και τον έβδομο ουρανό.Η μάνα του, όταν έμπαινε στο βασίλειο της κουζίνας έκανε τέτοια …κοκκοράκια, που έγλυφες και τα δάχτυλα από τη νοστιμιά.

΄Αλλο, όμως, να παίρνεις τα πρώην ζωντανά από το κρεοπωλείο κι άλλο να τα σφάζεις εσύ. Δεν είναι το ίδιο, όπως και να το κάνουμε.

Ο Κορνήλιος παραδέχονταν πως ήταν ένας στιγνός εκτελεστής της ζωής. Αφαιρούσε ζωές. Μαλάκωνε όμως. Καλά ο χασάπης της γειτονιάς. Αμ, κι ο Ιησούς Χριστός το ίδιο, άνετα αφαιρούσε ζωντανά, ζωές προκειμένου να απαλύνει τα γουργουρίσματα και του δικού του στομάχου, αλλά και του τσούρμο των μαθητών του, διασήμων επαγγελματιών, εξολοθρευτών, ομοίως, των ψαριών.΄Ολα κι όλα! συμφωνούσε, το πιτσιρδέλι, εξανεμίζοντας έτσι, τις όποιες ενοχές του, αφού είχε τόσο θαυμαστά πρότυπα σεβασμού της ζωής.

Αφού ο Κύριος σκοτώνει τα ψάρια για να ταϊστεί, αυτός, γιατί δεν έπρεπει να θανατώνει χελώνες; Κατ΄είκονα κι ομοίωση! Το μήλο κάτω από τη μηλιά.

Τα ψάρια ,όπως και οι χελώνες, είναι ίσως τα πιο αξιοθαύμαστα πλάσματα. Είναι πανέμορφα κι έχουν ένα μάτι, που μέσα τους καθρεπτίζεται ό ίδιος ο Θεός. Την ώρα που σπαρταρούν, τελειώνουν από ζωή, ξεψυχούν, το μάτι τους δακρύζει, όπως λένε.

Ειδικά το μάτι της χελώνας, που τόξερε πολύ καλά ο Κορνήλιος, και το αντιμετώπιζε φάτσα-φάτσα, κατά τη στιγμή της εκτέλεσης, ήταν κάτι που τον παρέλυε. Δάκρυ, όμως, δεν είχε διακρίνει ποτέ. Μονάχα ένα μεγάλο ΓΙΑΤΙ;

Μα έτσι τα βρήκε ο δύσμοιρος, έτσι ώφειλε να πράξει. Να σπείρει τον θάνατο. Να αφαιρεί ζωές ζωντανών!

Είναι τάχα αμαρτία αυτό; Κι αν ναι, έπρεπε να ζητήσει συγχώρεση; Από ποιόν; Από το γιο του Θεού; Ειδικά απ΄αυτόν που είχε αλλάξει τα φώτα στα ψάρια της Γαλλιλαίας, σε βαθμό από το ροκάνισμα τους, να έχουν φθαρεί τα δόντια του ή τάλλο που συχνά πάθαινε, να σφινώνουν αγκάθια ψαριών στο λαρύγγι του και του έβγαινε η πίστη, μέχρις ότου τα ξεκολλήσει; Απάντηση, όμως, ο Κορνήλιος Ναθαναήλ δεν είχε κι έτσι συνέχισε,τηρώντας την προσταγή της μάνας του, να συλλέγει από το δάσος χελώνες κι εν συνεχεία να τις εξολοθρεύει,να τις κομματιάζει δια πελέκεως.

Η χελώνα για να μαγειρευτεί είναι μια εξαιρετικά δύσκολη περίπτωση. Αυτός και η μάνα του, ξέρανε , μέσες-άκρες, πως το κρέας τους τρώγεται, από πολλούς λαούς, ειδικά τους Γερμανούς, μα αγνοούσαν την τεχνική, όχι του μαγειρέματος βέβαια, μια και η μάνα του Κορνήλιου, σε τέτοια έπιανε πουλιά στον αέρα. Το πρόβλημα ήταν στο πώς εκδοροσφαγείται μια χελώνα. Δεν γνώριζαν οι κακόμοιροι. Είχαν την τύφλα τους. Και στον τόπο τους, μάλλον κανείς δεν είχε ανάλογη εμπειρία, ώστε να τους δασκαλέψει. Οπότε από μόνοι τους, προσπάθησαν να βρουν την πρακτικότερη εφαρμογή εξόντωσης της χελώνας. Να την περάσουν, όσο γίνεται πιο ανώδυνα, από την κατάσταση ζωής, στο θάνατο και μετά στο πιάτο.

Ανακάλυψαν από κοινού, μάνα-παιδί, δύο βάρβαρες- το ομολογούσαν-λύσεις. Δεν ήξεραν, πως να το κάνουμε. Τ’ άλλα ζωντανά στα Δημοτικά σφαγεία, τα εξοντώνουν με μια απλή πιστολιά στον κρόταφο. Τέρμα. Κιχ δεν βγάζουν.Κι όλοι είναι ευχαριστημένοι και με αναπαμένη τη συνείδηση.

Πως βολεύεται όμως μια χελώνα; ΄Ιδου ο κόμπος.

Τι, Γόρδιος δεσμός; Χειρότερο καζίκι, δεν θα μπορούσε να περιμένει ο Κορνήλιος. Μπροστά, όμως, στο ιερό της επιβίωσης, οι όποιες αναστολές της συνείδησης, έμοιαζαν με ξεκουρδισμένο μαντολίνο, η έστω με βραχνιασμένο ζουρνά.

Στην αρχή, ο Κορνήλιος, νόμιζε πως θα εξόντωνε τη χελώνα με ένα τσεκούρι. Μια μπαλταδιά, πάνω στο σκληρό καύκαλό της, θεωρούσε, και συμφωνούσε κι η μάνα του, πως θα διαλύονταν, το ζωντανό κι άρα θα λάβαιναν το εσωτερικό του και θα το μαγείρευαν μια χαρά.

Ωστόσο, από μπαλταδιές, η χελώνα δεν σκαμπάζει. Τίποτε, βρε, παιδί μου! Σκέτο ξύλο απελέκητο. Χρειάστηκε να επαναλάβει τις χτυπιές πολλές φορές και με περίσσια δύναμη, ωσότου αυτή θρυψαλιαστεί.

Ο Κορνήλιος, αφού είχε πετύχει την αποστολή του, καταφέροντας να βγάλει το ψαχνό, το εσωτερικό σώμα της χελώνας, διεπίστωσε, πως, παρά τις τόσες χτυπιές με τον μπαλτά, η χελώνα εξακολουθούσε να αναπνέει, να ζεί, έστω χωρίς το σκληρό ρούχο της, μα ζούσε και τον κοίτάζε μ΄ένα βλέμμα, μέγιστης απορίας: “ Γιατί το κάνεις αυτό, βρε αδερφέ, εν ζωή; Σου έκανα τίποτε κακό ; Γιατί;”

Ο Κορνήλιος στις αρχές, αντιδρούσε, τσινούσε. Πήγαινε να φρενάρει. Αυτό το βλέμα της χελώνας, της ζωής, που φεύγει, τον αναστάτωνε, τον ταρακουνούσε.

Το να ξεριζώνεις τα φυτά από το χώμα για να τα φας, το κάνεις πολύ ευκολα. Γιατί τα φυτά, δεν σε βλέπουν. Δεν έχουν οφθαλμούς. Υποτίθεται! Η χελώνα ,που έφευγε, τον κοιτούσε, μ΄ένα αβάσταχτο, ερωτηματικό βλέμα.

Ο Κορνήλιος, έπιασε το νόημα. Κρύωσε. Ένιωσε την ανάγκη να το βάλλει στα πόδια. Προτίμησε να υψώσει, με δύναμη, τον μπαλτά και να της κόψει το κεφάλι, δίνοντας τέρμα στο απορεμένο βλέμμα της, που δεν άντεχε με τίποτε.΄Ατιμη ζωή, κοινωνία! Αναφώνησε. Τερμάτιζε τις εκτελέσεις με τον μπαλτά, αν και συχνά τον έλουναν οι πιτσιλιές , με το αίμα που πετάγονταν, σαν πήδακας, μέσα από το σπασμένο καύκαλο της χελώνας. Δεν βαριέσαι όμως…

Μετά έδινε τη σκυτάλη στη μάνα του για τα καθέκαστα.

Μπουκιά και συχώριο το παρασκεύασμα της μάνας του. Νοστιμεύθηκε.΄Ετρωγε περιχαρής.Αλλ’ όχι κι ευτυχής.

Σε κάθε πυρουνιά, τον συνόδευε το μάτι της χελώνας, λίγο πρίν τελευτήσει, λίγο πριν αποδημήσει. ΄Ενοιωθε πως φχαριστιόταν, τρώγωντας μια ζωή, τη χελώνα που κατέσφαξε!

Μα, μέσα του είχε ένα κόμπο. Ωστόσο, η γευσιμαγεία του εδέσματος της μάνας του, τον έκανε να αποξεχνιέται.

Κουβεντιάζοντας με την μάνα του, την εξολόθρευση των χελωνών και ψάχνοντας για πιο … “ανθρώπινες” λύσεις, εξόντωσης, όχι τόσο βάναυσες, κατέληξαν, σε κάτι πιο πρακτικό, αλλά επίσης τελείως άγριο κι απάνθρωπο.

Ατυχώς, οι χελωνοφαγάδες Γερμανοί, που έχουν ιστορική πείρα στις ευγενείς εξοντώσεις, ήσαν πολύ μακρυά για να τους συμβουλεύσουν πως θανατώνεται μια χελώνα, πιο “ευγενικά”, μέχρις ότου καταλήξει στο πιάτο.

Έτσι η μάνα του, ως θηλυκός νούς, φωτισθείσα εξ ύψους, πρότεινε την εξής, ώς εκείνη τη στιγμή, ιδανικότερη λύση:

–Γιόκα μου, νομίζω πως αντί να κοπανάς μπαλτά, στη χελώνα, προτιμότερο είναι να βάλουμε πάνω στη γκαζιέρα, μια κατσαρόλα με βραστό νερό και μετά ρίχνουμε τη χελώνα μέσα και σε δυό λεπτά, αυτή, θά’χει ξεψυχήσει, είπε θριαμβευτικά η μάνα.

Η πρόταση είχε εχέγγυα σοβαρότητας κι ο Κορνήλιος συγκατένευσε στην υιοθέτησή της.

Βάλανε την κατσαρόλα στη φωτιά. Το νερό έβρασε, και μπλούμ, ρίχνουν μέσα τη ζωντανή χελώνα!

Καθώς καιγότανε, “έβραζε” η ζωή της, η χελώνα έβγαζε έξω από το νερό, το λαιμό, την κεφαλή της κι έρριχνε απεγνωσμένα βλέμματα γύρω. Ο Κορνήλιος,παρά το ότι δεν άντεχε τη ζωή που έφευγε, έκανε το καθήκον του! Με μιά κουτάλα πατήκωνε, βούλιαζε τη χελώνα που έβγαζε κεφάλι από το βραστό νερό… Σε λίγα λεπτά όλα είχαν τελειώσει. Η χελώνα δεν μπορούσε πια να ξεπροβάλλει κεφάλι, ούτε και να τον κοιτάζει μ΄εκείνο το αθώο, παραπονιάρικο αφοπλιστικό, διαλυτικό βλέμμα της.

Το πιο αξιοπρόσεκτο:Το ψαχνό της, βγήκε σαν λουκούμι μέσα από το καύκαλό της. Γλύστρησε χωρίς σκοτούρες! Φάγανε μέχρι σκασμού οι δυό τους. Ο υποψήφιος καλόγερος, ο Κορνήλιος, όμως, είχε πάλι ένα κόμπο μέσα του.

Το βλέμμα της… βραζόμενης χελώνας! Επιζούσε, σκοτώνοντας άλλες ζωές! Ο ατυχής, δεν καταλάβαινε, τι ακριβώς του γινότανε! Αποζητούσε Θεό κι εξόντωνε! Για να ζήσει, εξαφάνιζε το θεϊκό βλέμμα της χελώνας.

Το γιατί δεν του έστριψε, Κύριος οίδε, ή μάλλον η μάνα του οίδε, γνώριζε: Του τό’χε ξεκόψει με τα εξής πρακτικά:

–Τα ζωντανά, τα τετράποδα, τα σερνόμενα, τα πλεούμενα, ή πετάμενα, είναι δωρεά Κυρίου, για τη δική μας ζήση. Τα ζα, ζούν για μας! Για να ζούμε εμείς.Γι αυτό και δεν πιστεύουν σε Θεούς, αν και τους ευχαριστούν, κυρίως όταν πίνουν νεράκι και σηκώνουν βλέμμα προς τους Ουρανούς. Εμείς, όμως, πιστεύουμε! Βάλτο καλά στο τσερβέλο σου και μην έχεις δισταγμούς. Θανάτωνε, όπου βρεις ζωντανό, που κάνει για την κατσαρόλα. Κατάλαβες μωρέ σπόρε, τι λέω; Αλλοιώς ψοφήσαμε κι οι δυό μας! Ο Θεός μας χρειάζεται, έχει σκοπό!

–Ποιο σκοπό μωρέ μάνα;

–Δεν είναι ώρα να σου το αναλύσω, κι εξάλλου έχω κατεβάσει και την τρίτο σφηνάκι και νιώθω ήδη μουδιασμένη!

Μια άλλη φορά!

΄Οχι δεν καταλάβαινε τίποτε, ο υποψήφιος Καλόγερος Κορνήλιος. απ΄όσα του έλεγε η μάνα του. Συνέχισε να ξεπα στρεύει τις χελώνες, όσο γίνεται πιο “ανθρωπίνως”!

Με το βράσιμο της ζωντανής χελώνας προέκυπτε, πέραν της θεσπέσιας μάσας, κι ένα άλλο ωφέλιμο στοιχείο. Τους μένανε και τα καύκαλα της.΄Αλλο είναι να κοπανάς τις χελώνες με μπαλτά και να τις θρυψαλιάζεις κι άλλο νάχεις το καύκαλό τους ακέραιο.

Ταρταρούγα το λένε οι ξένοι, το καύκαλο της χελώνας, οι οποίοι με κάποιες επεξεργασίες κάνουν, τα καύκαλα, εκτός των άλλων και …σκελετά πολυτελείας για γυαλιά ηλίου μόδας!

Μάνα και γιος αξιοποίησαν τα κουφάρια αυτά για διακοσμητικούς λόγους. Τα περιποιήθηκαν δεόντως και τελικά τις ασώματες χελώνες τις κρέμαγαν στα ντουβάρια του σπιτιού τους, καμαρώνοντας για τα έπαθλα, τα τρόπαια.

Μάλιστα μια Κυριακή, ο Κορνήλιος κάλεσε σε γεύμα έναν επιστήθιο φιλαράκι του, τον Σάκη, συμμαθητή του στο Λύκειο.

–Σού’χω μια έκπληξη. Θα φας το φαγί της ζωής σου, τού’πε.

–Και τι είν΄αυτό; ρώτησε ο φίλος.

–Αν στο πω , έκπληξη δεν θάναι.΄Ελα και μετά τα λέμε.

Πήγε. Φάγανε. Ο Σάκης, ο φίλος, όλο και ρώταγε, “Μα τι είν΄αυτό που τρώω ,κουνέλι, λαγός, φασιανός;”

–Φάτο, αφού σ΄αρέσει… έλεγε ο Κορνήλιος. Μη ρωτάς!.

Στο τέλος,αφού φάγανε όλοι καλά, ο Σάκης ενθουσιασμένος από την απίθανη γεύση, συνέχισε να απορεί βαθέως για το τι σόϊ πράμα έρριξε στον σκεμπέ του.

–Απορείς; Σ΄άρεσε όμως.. Ωραία, αφού το φχαριστιέσαι, δεν έχω λόγο να στο κρύψω! Πρόσεξε μην μετανιώσεις… μετά!

Σηκώθηκαν, και πήγαν στο διπλανό, δώμα, όπου ο Κορνήλιος του έδειξε τα τρόπαια με τα καύκαλα των χελωνών, που ήταν κρεμασμένα-στολίδια στα ντουβάρια !

–Αυτό έφαγες, Σάκη μου! Χελώνα!

–Σοβαρά; Δεν ήταν λαγός, έκανε με γουρλωμένα μάτια, ο φίλος του που εξακολουθεί, ακόμη, νάχει τάσεις προς εμαιτό!

ΔΕΥΤΕΡΟ ΜΕΡΟΣ

Πέρασαν χρόνια. Η μία εποχή διαδέχονταν την άλλη. Τα χιόνια σιγά-σιγά λιγόστευαν, οι βροχές το ίδιο. Κάτι είχε αλλάξει. Γη απότιστη, σημαίνει ξερή ζωή. Ξεραϊλα. Οι άνθρωποι, δεν ήσαν όπως χτές. Οι μουτσούνες τους σουφρωμένες. Καλημέρα κανείς δεν έλεγε. Χαμόγελο δεν έβλεπες. Γέλιο και τραγούδι δεν άκουες. ΄Ολα φθήναιναν, ξεφτιζαν απελπιστικά. Η μάνα του Κορνήλιου κάποια μέρα, αποδήμησε εις Κύριον. Δεν την έκλαψε. Δεν είναι για κλάψιμο οι ζωοδότες. Τη μέρα της κηδείας της φώναξε οργανοπαίκτες, νταούλια και κλαρίνα και το γλέντησαν μέχρι όρθρου.

Μερικές καρακάξες, σχολίαζαν πώς αυτό ήταν άπρεπο και δεν είχε μεταγίνει. Τι σημασία;

–Έτσι θέλω να τιμήσω, όχι το χαμό της , μα την ανάστασή της! Αυτή μου έδωσε ζωή. Ζεί, δεν απόθανε.Την κουβαλάω μέσα μου σπαρταριστή.΄Ηταν μια χαμογελαστή, αισιόδοξη, μάχιμη θεά. Παρά τις δυσκολίες που αντιμετώπιζε, ήξερε να ανοίγει τα παραθυρόφυλλα του σπιτιού μας και να τραγουδάει ξεσηκώνοντας τη γειτονιά, είπε και συνέχισε να χορεύει και πίνει! Που και πού κραύγαζε..

–Άντε, ρε παιδιά, βαράτε τα νταούλια πιο δυνατά! Η μάνα μου είναι πλέον στην αιώνιο ζωή! Είναι η ίδια αιώνιος ζωή! Βαράτε τα! Πιο δυνατά να τά’κούσουν τα βουνά κι οι λαγκαδιές!

Μετά τη “γιορτή” της κηδείας, ο Κορνήλιος έμεινε φτερό στον άνεμο. Μια από δω και μια από κεί, βολόδερνε. ΄Εφτιαξε κάποιες βιοποριστικές καταστάσεις. Έγινε σπουδαίος και σεβαστός,ή πάντως έτσι νόμιζε.΄Εκανε τον φωτογράφο. ΄Εβγαζε φωτογραφίες όλο εκείνο το ανθρωπομάνι, που ήθελε νάχει τη φάτσα του, για να μη ξεχνάει … το πόσο όμορφη είναι. Μάλιστα κάνανε τις φωτογραφίες τους και σε μεγένθυση και τις κρέμαγαν στα ντουβάρια των σπιτιών τους για νάχουν χαρά μεγάλην κι ατελεύτητον.

Ο Κορνήλιος, είχε φωτογραφίσει σχεδόν όλες τις φάτσες της περιοχής και είχε αποκτήσει μια πλήρη άποψη για τον καθένα το τι περίπου σόϊ είναι, καλός-κακός, και τα τέτοια. Είχε φτιάξει μάλιστα κι ένα Άλμπουμ που το βάφτισε ΦΩΤΟΨΥΧΑΔΙΚΟ, όπως λέμε φαγάδικο, σκυλάδικο, κάπως έτσι, δηλαδή, ας το πούμε, αρχείο με φωτογραφίες ψυχών!

–Φωτογραφίζεται η ψυχή;

–Απολύτως! έλεγε. Το βλέμμα του ανθρώπου, μπροστά στον φακό, είναι όπως της χελώνας. Το τι αισθάνεται, το τι σκέπτεται, το αν πονηρεύεται, αν περιπαίζει τους διπλανούς του, όλα αυτά και πολλά άλλα ο φακός τα “πιάνει”.Η φωτογραφία, δεν είναι μια ωραιοποιημένη, εξωραϊσμένη πόζα. Είναι καταγραφή ψυχής παρατηρούσε. Κανείς όμως δεν υιοθετούσε την θεωρία του.

Σκασίλα του. Αυτός, έλεγε, πως είχε φωτοψυχικό φάκελλο γιά όλους. Ποιος ήταν αγαθός, ποιος τζαναμπέτης, ποιος κουτσουκέλας. Στις φάτσες που φωτογράφιζε, διάβαζε την ψυχή τους.΄Ετσι θαρρούσε κι ορισμένως δεν είχε άδικο.

Τέλος πάντων μόνος, εν ζωή, καλαμιά στον κάμπο.

Είπε για μια ακόμη φορά, να πάει σε μοναστήρι. Τα εγκόσμια με όλη αυτή τη βαβούρα που έχουν, μάλλον δεν τον γιόμιζαν. Φόρτωσε το κάρο του, -ένα γαϊδούρι Σιτροέν, που δεν καταλαβαίνει από τίποτε- με όλα τα χρειώδη, προσωπικά του είδη κι ανοίχτηκε στον απέραντο ορίζοντα.

Κάπου θα σκάλωνε. Σε κάποιο μοναστήρι. Υπέθετε.

Βρέθηκε στο διάβα του “Παρακλήτου”, ενός μοναστηριού σκαρφαλωμένου σε κάποια κορφοβούνια. Στο προαύλιο, κάτω από ένα στέγαστρο δυο-τρείς νεαροί καλόγεροι πλάνιζαν κάτι καδρόνια, άλλος σφυροκοπούσε ένα σιδερικό, ενώ ένας άλλος πιο εκεί, έπλενε, λουστράριζε ένα αυτοκίνητο, με τη μάνικα και μ΄ένα πετσί το χάϊδευε. Παραξενεύτηκε. Η σκηνή του φάνηκε αστεία.΄Ενας ρασοφόρος να λιβανίζει κάρο;

–Γέροντα, γιατί γυαλίζεις τις άψυχες λαμαρίνες; παρατήρησε ο Κορνήλιος,με πειραχτική διάθεση!

Ο Γέροντας τον κοίταξε αυστηρά , με ύφος “ύπαγε οπίσω μου σατανα”. Ρώτησε κοφτά:

–Τι θέλετε Κύριε;

–Θέλω να γίνω καλόγερος! αποκρίθηκε το ίδιο κάθετα ο Κορνήλιος.

Ο μοναχός ατάραχος και χωρίς να σταματήσει να καταβρέχει το αυτοκίνητό του, τού υπέδειξε να πορευτεί προς την άλλη μεριά της μονής, όπου θά’βρισκε μια πόρτα και εκεί να απευθύνει το αίτημά του.

Πήγε. Εκεί ήταν φρούριο, απροσπέλαστο. Οχυρωμένο με πανύψηλα ντουβάρια γύρω-γύρω! Τι υπήρχε μέσα σ΄αυτά μόνον ο Θεός ήξερε, αν ήξερε! Το μόνο που δικρίνονταν ήταν ο τρούλος ενός ναού. Σφύριζε, φώναζε, κουνιότανε, βάραγε τις πόρτες, χτύπαγε κουδούνια, ώσπου στο τέλος εμφανίστηκε ένα υποτακτικό καλογεροπαίδι! Το και το του λέει.

–Α, δεν νομίζω πως θέλουμε άλλους μοναχούς! Είμαστε πλήρεις!, ξέρασε το σφουγγαρόπανο της Μονής!

— Μπορώ να δω τον ηγούμενο παρακαλώ;

–Να τον δείτε, αλλά τα ίδια θα σας πει. Είναι έξω στην αυλή, πλένει το αυτοκίνητό του!

Η βαρειά αμπάρα έπεσε, κι ο Κορνήλιος έμεινε σύξυλος κι απορεμένος.Τι κεραμίδα ήταν κι αυτή πάλι;

΄Ετσι, Κύριε, Κορνήλιε,.. Ο ηγούμενος, ήταν αυτός που έπλενε το κάρο! Ε, τον παληοψευταρά. Είπε να πάει να του κατεβάσει κανένα καντήλι, μα σκέφτηκε, πως μια τέτοια αντίδραση, εκτός του ότι δεν θα οδηγούσε πουθενά, δεν ήταν συνάμα και συμβατή προς την πρόθεσή του να μονάσει.

΄Αλλη μια πόρτα είχε σφαλιστεί γι αυτόν. “ Κάθε εμπόδιο για καλό”. Θυμήθηκε τη μάνα του. Ναί, αλλά σαν πολλά εμπόδια δεν του τύχαιναν; Ούτε μια χαραμάδα αισιοδοξίας, φαίνονταν στον ορίζοντα. Ο Θεός συνέχισε να τον κλωτσάει. Ο Παράκλητος, έγραψε κανονικά τις παρακλήσεις του. ΄Εβαλε κάτω το κεφάλι, πάτησε γκάζι κι όπου φύγει-φύγει!

Ο Κορνήλιος περιπλανόμενος κι αναζητώντας στέγη μοναστική, φτάνει κάποτε στη Μονή Σαγματά, αφιερωμένη στον Όσιο Κλήμη, ένα καλό ,ταπεινό ανθρωπάκι, που είχε βαρεθεί τον τότε κόσμο και τα χαζά του κι ήρθε σε τούτο το βουνό του Κιθαιρώνα να ησυχάσει ασκητεύοντας. Το βουνό λεγόταν από τους αρχαίους χρόνους ΄Υπατο κι εδώ υπήρχε ναός αφιερωμένος στον ΄Υπατο Δία. Με την κατάρευση του Δωδεκαθεϊσμου ήρθε η μόδα του Χριστιανισμού και μερικοί αναχωρητές και θιασώτες του μοναχισμού, αγκυροβόλισαν εδώ μετατρέποντας τον Αρχαίο ναό, σε χριστιανικό κι έτσι όλα πήγαιναν μια χαρά και δυο τρομάρες.Πέρασαν πολλοί και σεβάσμιοι καλόγεροι από δω κι ένας από δαύτους, για να ζει έφτιαχνε σαμάρια, γι αυτό-κατά πάσα πιθανότητα- σήμερα το΄Υπατον ΄Ορος λέγεται Σαγματά, δηλαδή,ας πούμε το βουνό με τα σαμάρια του καλόγερου, ή ίσως από το σχήμα του, που κατά μία οπτική, καθώς το βλέπεις από κάτω από τη δημοσιά, θυμίζει και σαμάρι.

Η Μονή είναι πολύφημος στο γυναικομάνι της περιοχής, αν και δεν γίνεται λόγος αν “συμβαίνουν” εδώ θαύματα, παρά το ότι διαθέτει και Τίμιο Ξύλο και οστά Αγίων, που είναι , ως γνωστόν, αυτά, σοβαροί κράχτες στα θρησκευτικά πανηγύρια!

Η Μονή ,όπως όλες άλλωστε,-ένα απόρθητο φρούρειο κι αυτή- σφηνωμένη στην κορφή του Υπάτου όρους, ιδρύθηκε επίσημα στα 1200 μ.Χ…

΄Ολη αυτή η προϊστορία,όλα αυτά τα μικρά και μεγάλα, που είχε μελετήσει σε βιβλία, ερρέθιζαν το ενδιαφέρον του Κορνηλίου. Ειδικά το κακοτράχαλο του Βουνού-χίλια τόσα μέτρα ύψωμα-, οι κυμματισμοί του, αυτές οι λαγκαδιές, εκεί στ΄αψηλώματα, δυό σπιθαμές σιμά στον ουρανό, που αγκάλιαζε το μοναστήρι, έμοιαζε νάναι στα μέτρα του και στις ανησυχίες της ανακατωμένης ψυχής του.

Το παιδικό σαράκι, αντί να μειώνεται ολοένα και θέριευε..

Κάποια ανεξέλεγκτη δύναμη, τον ωθούσε στον καλόγερισμό.

Από τη μια, η λογική του τσινούσε.Τα γεγονότα που ήδη είχε βιώσει, τούλεγαν: “μη, δεν είναι αυτά για σένα. Δεν είδες, πως όλες οι πόρτες των εκπροσώπων του Θεού είναι κατασφάλιστες; Σε διώχνουν, δεν το βλέπεις; Εσύ δεν γεννήθηκες υποτακτικός, ούτε για ταπείνωσεις. Εσύ πετάς. Οι καλόγεροι σέρνονται κατάχαμα. Οι καλόγεροι θα σε φάνε λάχανο, ή θα τους φας εσύ! Θυμήσου τι πρόβλεψε για σένα ένας καλόγερος στο Αγιο ΄Ορος: “η Πατριάρχης θα γενείς, ή σατανάς, μέση λύση δέν έχεις”. Το πατριάρχης, ξέχασέ το, είναι πλέον αργά για σένα..Μάλλον, κύριε Κορνήλιε, μέσα σου κυκλοφορεί δαιμόνιο!… Κατάλαβε το, επί τέλους και κόψε τις αναζητήσεις και κυρίως τις ορειβασίες σε μοναστήρια, είσαι πια μιας κάποιας ηλικίας, μη το ξεχνάς, και μας ξεπαστρευτείς πριν της ώρας σου!

Από την άλλη, όμως τα βήματά του, ολοένα, τον ωθούσαν προς τα μοναστήρια και τα ησυχαστήρια, και να μη βασκαθούμε είναι γιομάτος, απ΄αυτά, ο τόπος μας. Δεν μπορούσε να ελέγξει τον εαυτό του. Κάτι τον τραβούσε κι άβουλα συνέχιζε το πλάνητα βίο, ψαχουλευόμενος δεόντως κι ανεκδότως.

΄Ετσι κάτως, ένα απομεσήμερο έφτασε και στη Ιερά Μονή Σαγματά.΄Οχι, βέβαια, για λύτρωση ψυχής, γιατί δεν ένοιωθε καθόλου, πως η ψυχή του είχε προβλήματα και μάλιστα σε βαθμό λύτρωσης. Μια χαρά ,εντάξει, άνθρωπος ήταν.΄Ετσι νόμιζε, μα κι έτσι, ορισμένως, ήταν. Τακτικός και τυπικός με όλους τους επουράνιους και κοσμικούς κανόνες. Γι αυτό και το προσωνύμι : “Ο τελευταίος των κοσμοκαλόγερων”, που του είχαν κόλλησει όσοι τον ήξεραν.

Το αν έκανε καμιά κουτσουκέλα, τούτος δεν ήταν λόγος αναζήτησης λύτρωσης, στις ερημιές και τις λυκοφωλιές. Με ένα “συγνώμη κι ένα ήμμαρτον Κύριε”, το πράγμα διευθετούνταν, κατά τις Άγιες Γραφές! Κι ουδέν περαιτέρω.

Πάει, λοιπόν, ο ταλαίπωρος Κορνήλιος στη Μονή Σαγματά, μα δεν μπορεί να μπει μέσα! Σφαλιστή κι εδώ η μπουκαπόρτα. ΄Εβρεχε του κερατά; Θύελλα. Μπουρίνι. Κατεβασιά άγρια της φύσης, που δεν έβλεπε τη μουρή του.

Το φρούριο κλειδαμπαρωμένο. Η ταμπέλα στη μεσαιωνική είσοδο είναι σαφής: “Είμαστε κλειστά από τις 1-4 ώρα μ.μ.” ! Όπως τα μαγαζιά, τα φαρμακεία κι άλλα εμπορικά! Ξύνει το κεφάλι του, ο Κορνήλιος, μα κρίνει πως πρέπει να χτυπήσει το κουδούνι, που υπάρχει.

Βγαίνει ένα αλλαφροϊσκιωτο γενιοφόρο υποκείμενο. Τον κοιτάει από μια χαραμάδα, ίσα που φαίνονταν τα μάτια του. Ο Κορνήλιος, κάπου αυτό το μάτι τό’ξερε. Αστραπιαία του πέρασε η σκέψη, πως έβλεπε τις χελώνες του.

— Τι κουδουνίζετε κύριε; Σας ακούσαμε,ρώτησε το μάτι πίσω από τη χαραμάδα.

–Και πως ξέρω εγώ ότι μ΄ακούσατε; Μύρισα τα δάχτυλά μου;

–Προσκηνητές δεχόμαστε μετά τις τέσσαρες το απόγευμα! Το γράφει κι η ταμπέλλα. Γιατί μας ενοχλείτε;

–Και ποιός σας είπε ότι εγώ είμαι προσκηνητής; Είμαι η εφορία! Κι εξ΄άλλου δεν βλέπεις πως γίνεται τό σώσε…Ρίχνει καντάρια, μπορώ να μπω μέσα, πριν πνιγώ;

–΄Οχι κύριε! Περιμένετε μέχρι τις τέσσαρες ώρα, που ανοίγουμε!!

–Βρέ παιδιά,θα πνιγώ! Μοναστήρι είστε, όχι μαγαζί!

–Δεν μπορούμε, αυτό είναι το πρόγραμμα …

Ο Κορνήλιος πήγαινε να παλαβώσει με τους Ορθόδοξους αυτούς χριστιανούς- υμνωδούς του Υψιστού. Μα επιτέλους τι γινότανε; Περιπατητής, άστεγος, ξεπέζεψε σε μοναστήρι. ΄Εξω ο καιρός βάραγε τα νταούλια του. Πού να βάλει την κεφαλή του; Τον διώχνουν κι από δω, αυτόν τον στρατοκόπο; Θα τον αφήσουν έξω στα καπρίτσια της θύελλας; Σε οίκον θεού πήγε, όχι σε μπορντέλο!

Ζητήσετε και δωθήσετε υμίν!

Τόπε! Ο σταυρωθής! Χτυπάτε τις πόρτες και θα σας ανοιχτούν. Χτύπησε. Και τού’ρθε κατάφατσα σφαλιστή η αμπάρα!

–΄Ελα Χριστέ και Κύριε, με τέτοια κοθόνια καλογέρους, έχεις στήσει το βασίλειό σου επί γής;…μουρμούρησε.

΄Εφαγε τη μπαμπεσιά, την προστυχιά. Εκανε πως δεν καταλάβαινε, παρά τό ότι-να μα το σταυρό- γούσταρε διακαώς να βάλει μπουρλώτο στο σαμαρίσιο αυτό μοναστήρι! Ν΄αρπάξει φραγγέλιο! Συγκρατήθηκε, ευτυχώς.

Λισσομανούσε ο καιρός. Στο μοναστήρι του Σαγματά με καμιά δύναμη δεν μπορούσε να μείνει, έστω και στο παραπόρτι για να προφυλαχτεί από τη θεομηνία.

Δεν τον δεχόντουσαν! Οι καλόγεροι!΄Η οι “κωλόγεροι”, όπως αυτός, μέσα στο θυμό του, ξεστόμισε.

Κλείστηκε στο αυτοκίνητό του, χωρίς νάναι βέβαιος,πως θα συμπεριφέρονταν η νευριασμένη φύση. “Ο,τι γίνει, ας γίνει” είπε κι αποφάσισε να πάρει ένα υπνάκο, μέχρις ότου η Μονή Σαγματα, στις 4 μ.μ.- ευαρεστηθεί να του ανοίξει την πύλη!

Στο αναμεταξύ , εκεί ,φτάνει ένα μοντέρνο τζίπ, κι απ αυτό αποβιβάζεται ρασοφόρος. Ο Κορνήλιος, πετάγεται σαν ελατήριο και ρωτάει:

–Εκλαμπρότατε άγιε,Γέροντα μου ,θέλω να συνομιλήσω με

τον ηγούμενο… είπε, κουκουλωμένος μ΄ένα ρούχο για να προστατευτεί από τη θύελλα, που συνέχιζε μενόμενη.

–Ο Ηγούμενος απουσιάζει! είπε ο ρασοφόρος που έφτασε με το πολυτελές τζίπ…

–Μα θέλω να μπω στο Μοναστήρι, κι εδώ όπως, βλέπετε γίνεται το σώσε. Θα μ΄αφήσετε έξω στην αντάρα;

Δεν θα με περιθάλψετε, έστω σ΄ένα στέγαστρο για να μην μουσκέψω, θα πάθω πνευμονία;

Ο Καρδινάλιος(φορούσε περίπου σκουφί καρδιναλίου), με… θεϊκή αγαθότητα, αποφάνθηκε πως έτσι έπρεπε να γίνει.

–Οι προσκηνητές δεν μπορεί νάρχονται εδώ ότι ώρα τους καπνίσει, παρατήρησε με κύρος, μη αμφισβητούμενο!

–Μα εγώ δεν είμαι προσκηνητής… γιατί δεν ξέρω τι να προσκηνύσω…ούτε βέβαια τουρίστας. Εξώκοιλα, παράπεσα εδώ, θα μ΄αφήσετε όξω; Είμαι ήδη μούσκεμα, δεν βλέπετε; Θα πουντιάσω!Λίγο κεραμίδι αποζητώ, να κουρνιάσω κάπου μέχρις ότου περάσει η διαολεμένη μπόρα.

Ο καρδινάλιος, με το τζίπ ΒΙΤΑΡΑ,κούνησε αδιάφορος την χείρα του και εισώρμησε μέσα στο Μοναστήρι, αφήνοντας πελαγωμένο τον Κορνήλιο, έξω στη κακοκαιριά!

Απροσδόκειτο. Απρόσμενο! Ποιός να το φανταστεί;

Ο Κορνήλιος πάγωσε. Η μασέλλα του μαγκώθηκε. Δεν μπόρεσε να αρθρώσει τίποτε.

Ξανακλείστηκε στο κάρο του. Έξω, χαλασμός Κυρίου, ο καιρός! Έμεινε εκεί μέχρις ότου ήρθε η τετάρτη απογευματινή και φυσικά, του άνοιξαν την θύρα… κατά τον τύπο που έγραφε η έξωθεν πινακίδα!

Ωστόσο, αυτοστιγμής, αντελήφθηκε πως .. ο “καρδηνάλιος” της Μονής Σαγματά, ήταν ο ίδιος, ο αφέντης.Το υπεροτικό τουπέ του, τον πονήρεψε. ΄Αλλος ένας ηγούμενος, τούλεγε ψευτιές Αρνήθηκε πως ήταν ηγούμενος, ενώ ήταν! Γιατί; Τόχουν σύστημα να ψευδολογούν οι καλόγεροι;.

Πράγματι μπαίνει μέσα και τον υποδέχεται το ίδιο υποκείμενο, γενιοφόρο, με το βλέμμα της χελώνας. ΄Ηδη θυμωμένος κι ασυγκράτητος, ο Κορνήλιος χυμάει ρωτώντας τον τσίφτη της μονής.
–Εσύ λεβέντη τι ρόλο παίζεις εδώ;

–Βοηθός είμαι, απάντησε!

–Τι πα να πεί βοηθός; Δηλαδή θελήματα κάνεις; Τον ηγούμενο θέλω, λέει αυστηρότατα ο Κορνήλιος.

–Δεν είναι εδώ! είπε ο τριχοφόρος.

–Γιατί είσαι ψευταράς κι εσύ; μούγκρισε φανερά νευριασμένος ο Κορνήλιος. Και συνέχισε:

–Μα τώρα δεν πέρασε μέσα, ο Γούμενος; Τι ρόλο παίζετε; Με δουλεύετε; !Τώρα, πριν λίγο δεν ήρθε με το τζίπ έξω;

–Πως μιλάτε κύριε έτσι, μέσα σ΄ένα μοναστήρι;

–΄Οταν με κοροϊδεύουν τα κάνω λίμπα! Ψευταράδες της συμφοράς.

–Κύριε παραφέρεστε!

Ο Κορνήλιος μαλάκωσε ελαφρώς κι έρριξε ένα βλέμμα τριγύρω.Ο βοηθός, δεν έδειχνε διατεθειμένος να τον αφήσει να πάει ένα βήμα πιο μέσα από το κατώφλι της εισόδου!

–Λοιπόν θα καθόμαστε εδώ και θα κοιταζόμαστε;

–Ναι, άλλα τι θέλετε;

–Επιμένεις να το μάθεις; Ωραία, θέλω τον ηγούμενο για να του πω ότι θέλω να γίνω καλόγερος…

Ο άλλος πλάνταξε στα γέλια.Χι…χι… χα…χα!

— Εσείς καλόγερος; Χριστέ και Κύριε;

–Δεν σας κάνω δηλαδή;

–Και βέβαια όχι.. μόλις πατήσατε το πόδι, αρχίσατε να μας βρίζετε..

–Εγώ ή εσείς με τα ψέματά σας; Τέλος πάντων ειδοποίησε τον ηγούμενο…

–Δεν γίνεται, αναπαύεται ο Γέροντας! εκμυστηρεύτηκε το υποτακτικό πλάσμα.

–Μπα, δεν πειράζει! Θα τον δω αύριο. Στο μεταξύ δείξε το δωμάτιο που θα με φιλοξενήσετε για απόψε και αύριο τα ξαναλέμε. Δεν πιστεύω να μ΄αφήσετε μ΄αυτή την κακοκαιρία έξω;΄Εχω ξεπεζέψει εδώ. Δεν έχω που να πάω .. Η αντάρα μένεται και δεν ξέρω τι θα μου λάχει μετά από λίγο.

–Ο κύριος πάλι αστειεύεται….

–Καθόλου, ποτέ δεν ήμουν τόσο σοβαρός. Εξ΄’αλλου, το βιβλίο που έχω, αναφέρει πως φιλοξενείτε προσκηνητές…

–Όχι.. δεν γίνεται, είπε ο καραγκιόζης του Θεού.

Ο Κορνήλιος, πάλι βρισκότανε σε αδιέξοδο. Ζούσε, πάλι, μια κουφή, ανεκδιήγητη κατάσταση. Προς στιγμής τού’ρθε να πεισμώσει και να παραμείνει με το έτσι θέλω στο Μοναστήρι του Υψίστου. Μα καθώς στο πείσμα, ήταν γάηδαρος ξεσαμάρωτος, το σκέφτηκηκε ωριμότερα, κι έρριξε πέτρα στο γυαλό, διότι, ώ του θαύματος, είχε να κάνει με κανονικά σαμάρια, καθότι η Μονή λεγόταν , του Σαγματά, τουτέστιν σαμάρι. Στράφηκε προς το θεόστραβο υποκείμενο, που είχε μπρός του, και με συμβιβαστική φωνή ρώτησε:

–Εν τάξει καλόπαιδο, μην σκιάζεσαι, δεν θα σας λερώσω τα σεντόνια! Δείξε μου, όμως, αν έχεις κάτι αξιοθέατο εδώ, για να μην πάει στράφι η μέρα μου. Ο νεαρός βοηθός, φανερά ανακουφισμένος, από την απόφαση αυτού του απρόσμενου επισκέπτη, έσπευσε μάνι- μάνι να τον εξυπηρετήσει.

Τον έμπασε στον Αρχονταρίκι, μια τεράστια αίθουσα παραλληλλεπίπεδη, μακρόστενη, μ΄ένα ατέλειωτο τραπέζι στη μέση και με καθίσματα βελουδένια , βυσινί , από τις δυο μεριές και πολλές φάτσες παπάδων, ιερωμένων γενικώς, σε κορνίζες στα ντουβάρια. Μια Αγιογραφία του Κυρίου σχέτη γιγαντογραφία, δέσποζε της αίθουσας.Την έκοψε. Του φάνηκε ότι ο Κύριος τού’κλεισε το μάτι. Μα επειδή δεν ήταν η ώρα να μιλήσει για “θαύμα”, προτίμησε κι αυτός να του κλείσει το δικό του μάτι. Η σκηνή δεν διέφυγε της προσοχής του βοηθού, ο οποίος δισταχτικά ρώτησε:

–Τι κάνετε Κύριε, κλείνετε το μάτι στον Κύριο, ποιος νομίζετε ότι είναι; Κάποιος από την παρέα σας; Λιγάκι σεβασμό!

Ο Κορνήλιος Ναθαναήλ, χαμογελώντας μυστηριωδώς, του αποκρίθηκε απλά:

–Μα εγώ είμαι ο Κύριος, τόσην ώρα δεν το κατάλαβες; Είδα τη φάτσα μου εκεί, μ΄άρεσε και της έκλεισα το μάτι.

Ο βοηθός του Μοναστηριού πισωπάτησε λιγάκι τρομαγμένος, σίγουρα αναστατωμένος…

–Ω, τέκνον μου, σιγά θα πέσεις.Δεν τόχω λαλήσει, πως είμαι παντού; Δεν τόχω πεί, πως ο άνθρωπος που εξωκοίλει, ο στρατοκόπος, ο πένης, ο πεινασμένος που χτυπάει την πόρτα σας, Ειμί, Εγώ;.. Ε, εσύ εδώ, μου λές άρες-μάρες κουκουνάρες! Με εκδιώκετε από την Μονήν. Δεν μπορείτε να περιθάλψετε έναν πεζοπόρο και μάλιστα μέσα σε θεομηνία που μένεται;Με διώκετε; Καλώς ποιείτε, κατά το θλιβερό σαρκίο σας! Αλλά αυτά να γίνονται κάτω από τη δική μου σκέπη, ταμπέλα και επ΄ονόματί μου! Αιδώς πια! Γιατί, στο τέλος, θα πέσει η ρομφαία μου! Φτάνει πια!

Ο βοηθός, της Μονής Σαγματά, πήγαινε για κλατάρισμα. Είχε τους οφθαλμούς του ορθάνοιχτους, τη γλώσσα του δεμένη και το, εξ αρχής, επηρμένο κι ανένδοτο ύφος του, κατεβασμένο κάτω από τα αφτιά του.

Ο Κορνήλιος, πλέον κυρίαρχος του παιχνιδιού, του ζήτησε να του δείξει κι άλλα ενδιαφέροντα της Μονής.

–Μάλιστα , Κύριε, να σας πάω στο ναϊδριο που είναι στην είσοδο;

–΄Οχι κάτι άλλο, πιο ενδιαφέρον θάθελα…

–Μα γιατί;

–Γιατί εκεί υπάρχει μια βέβηλη κατάσταση!

–Τι είναι αυτό, δεν ξέρω! έκανε δειλά ο παρατρεχάμενος της Μονής Σαγματά.

–Εκεί μέσα στο ναό μου, στο ναό του Κυρίου σου, υπάρχουν και κάποιοι κύωνες…Τις ξέρεις; Ξέρεις πως βρέθηκαν εκεί;

–΄Οχι. Τις βλέπω και τις προσκυνάω, κύριε!

–Αυτές οι κολώνες,είναι απομεινάρια ειδωλολατρείας. Είναι από το ναό του Υπάτου Διός. Και τις έχετε μέσα στο ναό μου! Καλά τις έχετε, μα μην… κοροϊδευόμαστε κιόλα! Πλιάτσικο κάνατε στα ιερά κι όσια των αρχαίων και τα βάλατε σαν κουστούμι σε δικό μου ναό! Καταλαβαίνεις, τέκνον μου;…

Ο Κορνήλιος, δούλευε τον καλογερόσπορο, γαζί και στο ρελαντί.Το απολάμβανε και συνάμα τον συμπονούσε!

Μα δοθείσης ευκαιρίας, το ώφειλε, να το κάνει, έτσι πίστευε.

Ωστόσο, βλέποντας τα αδιεξοδα επικοινωνίας με τούτον το σαρδανάπαλον,του λέει:

–Αντε γειά σου, φεύγω κι ευχαριστώ για τη χριστιανικότατη υποδοχή σας! Στο τζίπ του ηγουμένου σας θα αφήσω το μπιλετάκι μου, για να θυμάται πως πέρασα κι από δω!

Μάζωξε τα πράγματα του, άνοιξε την ομπρέλα του και σύρθηκε προς την έξοδο, κατευθυνθείς προς το Σιτροέν του. Το άνοιξε, πήρε ένα προσκοπικό ατσάλινο στιλέτο και κατευθύνθηκε προς το τζίπ. Τρύπησε όλα τα λάστιχα του κάρου,του Ηγουμένου. Στο πάρ-μπρίζ του άφησε ένα πρόχειρο σημείωμα:

“ Σε επεσκέφθην, μα προσποιήθηκες πως ήσουν απών! Εζήτησα να διανυχτερεύσω και με αποπέμψατε αγρίως! Σε ποιόν Θεό πιστεύετε; Φραγγέλιον δεν είχα μαζί, αλλά μάχαιραν ναι, κι αποτελεσματικήν για τις ρόδες σου.Μα δεν θα διδαχθείς! Σε γνωρίζω καλά, μα δεν με γνώρισες ποτέ! Κρίμα”.

Εκδίκηση, ή θεία τιμωρία προς Θεομπαίχτες;

Έφυγε. Η σκοτεινιά τον κύκλωνε. Ο φειδίσιος χωματόδρομος από τη Μονή μέχρι τη δημοσιά, λίαν επικίνδυνος. Ο Κορνήλιος προχωρούσε συνετά, προσευχόμενος μην του τύχει κανένα πατατράκ. ΄Εφτασε στο πιο κοντινό χωριουδάκι, κάτω στους πρόποδες του Σαγματίου όρους. Είδε ένα μαγαζάκι, μπήκε μέσα και ζήτησε ένα πακέτο τσιγάρα. Μα του δώσανε μια άλλη μάρκα, απο κείνη που κάπνιζε, γιατί τη δικιά του δεν την είχανε. Συμβιβάστηκε χοροπηδώντας. Ταμπάκο νάναι κι ό,τι νάναι!

΄Ηταν ήδη κουρασμένος.΄Αναψε τσιγάρο, μέσα στο αυτοκίνητο κι άρχισε να ξεφυλλίζει το βιβλίο που αγόρασε από τη Μονή Σαγματά, μια ανάλατη βιογραφία του Οσίου Κλήμη, μα ο Κορνήλιος διάβαζε και τα ανάλατα!

Κάπνιζε και διάβαζε, διάβαζε… και του σηκώνονταν η τρίχα. Συνάμα, κατά πως τόχε συνήθειο σχολίαζε.

“Ο πιστεύων φοβείται,ο δε φοβούμενος ταπεινούται, ο δε ταπεινούμενος, πραϋνεται,…” λέει ο ΄Αγιος Μάξιμος ο Ομολογητής.

λέει ο ΄Αγιος Μάξιμος ο Ομολογητής.
–Κούνια που σε κούναγε ΄Αγιε.. άμα πιστεύω το Θεό πως θα φοβάμαι; Τον πατέρα μου και Θεό μου, πρέπει να τον φοβάμαι, τι είναι μπαμπούλας ή σκιάχτρο;

–Και βέβαια ο φοβισμένος, ταπεινώνεται! Είναι για κλάματα. Κανείς δεν τον παίρνει στα σοβαρά, παρά μονάχα όσοι θέλουν για ίδιον λογαριασμόν και συμφέρον, να τον έκμεταλλεύονται., να τον κρατάνε υποτελή…φοβίζοντάς τον!

“…ο δε ταπεινούμενος, πραϋνεται, την των παρά φύσιν του θυμού και της επιθυμίας κινημάτων ανενέργητον έξιν λαβών, ο δε πραϋς τηρεί τας εντολάς,, ο δε τηρων τας εντολάς καθαίρεται..”

Τουτέστιν βράσε όρυζα. ΄Ωστε έτσι ΄Αγιε Μάξιμε; Δηλαδή ένας τσαντήλας αποκλείεται να τηρεί τις εντολές του Θεού και νά’ναι καθαρός κι ενάρετος και φωτισμένος και να πάει στον παράδεισο; Βεβαια, συμφωνώ πως η πραότης είναι ισχυροτέρα αρετή από το τσάντισμα, αλλά δεν παύει και το τσάντισμα να έχει την αξία του.

Ο Κορνήλιος ξεφύλλιζε το βιβλιαράκι κι όλο μουρμούραγε με τις ασυναρτησίες -έτσι θεωρούσε- που διάβαζε.

Για μια στιγμή, αναρωτήθηκε, μήπως πήρε το στραβό τον δρόμο; Μήπως αυτό που αναζητούσε ήταν λανθασμένο και δεν ταίριαζε, δεν ήταν γι αυτόν;

Απέδιωξε τις αμφιβολίες χαμογελώντας.΄Ηξερε πως έκανε το σωστό. Το καλό το παλικάρι ξέρει κι άλλο μονοπάτι. Υπάρχουν κι αλλού πορτοκαλιές που βγάζουν πορτοκάλια.

Με τη σκέψη αυτή, τράβηξε μια γερή ρουφιξιά ταμπάκο, έβαλε ταχύτητα και κίνησε για το καινούργιο μονοπάτι, που φώτισε το μυαλό του.

ΤΡΙΤΟ ΜΕΡΟΣ

Είχε κιόλα φέξει κι ο Κορνήλιος Ναθαναήλ, ήταν ακόμη στη δημοσιά.΄Ετρεχε, έτρεχε ασταμάτητα.΄Ολη νύχτα στο τιμόνι. Το όνειρο τον φλόγιζε, οι αντιξοότητες δεν τον απασχολούσαν. Γίνανε κιόλα παρελθόν. Αυτή τη φορά, ήταν αποφασισμένος να βγάλει το φίδι από την τρύπα.΄Ο κόσμος νάρχονταν τούμπα, αυτός θά’βρισκε μοναστικό αποκούμπι.

Η καταιγίδα είχε σταματήσει κι ένας ολόλαμπρος ήλίος κατηύγαζε την ύπαιθρο.Το ξύπνημα της ημέρας τον μάγευε πάντα, ένιωθε πως μια καινούργια ζωή άρχιζε, μιά νέα ζωή γεννιόταν, καθώς ο ήλιος ρόδιζε τον ορίζοντα.

Οι αγρότες φρέσκοι κι ορεξάτοι, ροβολούσαν προς τους αγρούς, πάνω σε άλογα, σε γαϊδούρια, σε τρακτέρ, σε δίκυκλα, για τη μάχη της νέας ζωής που πρόβαλε.

Παρατηρούσε, φευγάτα, μέσα από το αυτοκίνητο, αυτή τη μοναδική, αλλά αενάως επαναλαμβανόμενη καθημερινά, ποίηση του πρωϊνου ξυπνήματος. Πόσες φορές δεν δοξολόγησε τον δημιουργό και γι αυτήν την πτυχή της δημιουργίας..

–Νά’σαι καλά Θεέ για τις ομορφιές, τα κάλλη που μας προσφέρεις..ψιθύρισε ο Κορνήλιος, ο οποίος είχε ένα ιδιόρυθμο τρόπο επικοινωνίας με το Θεό.

Του μίλαγε, κάπως έτσι απλά, και κυρίως, τον θυμότανε όταν ήθελε να τον ευχαριστήσει. Απόφευγε να τον παρακαλάει για κάτι προσωπικό. Ούτε και τώρα που, πράγματι, ζούσε δύσκολες καταστάσεις. Το μόνο που ζητούσε, ήταν να του χαρίζει φώτιση, να κάνει το πρέπον κι ορθόν. Για υγεία δεν παρακάλεσε ποτέ.΄Ηξερε πως όλα τα ανθρώπινα θεραπεύονται, αντιμετωπίζονται και γίνονται περασμένα, ξεχασμένα. Γιατί, τάχα, να βάζει σε μπελάδες τον Θεό; Εξ άλλου, δεν είναι κι ευγενικό. Τι το περάσαμε; Ντούκου-ντούκου, κάθε τόσο, για ένα συνάχι να χτυπάμε την πόρτα Του, παρακαλώντας Τον να μας θεραπεύσει; Να μας έχει καλά; Κι αν μας έχει καλά, τι σάμπως θα γενεί; Θάμαστε σωστότεροι από χτές;

΄Οχι, ο Κορνήλιος δεν καταδέχονταν να πέσει τόσο χαμηλά, ούτε τώρα που πήγαινε για μοναστήρι, δηλαδή στην αυλή, την κλίκα, ας πούμε,του Παντοκράτωρος. Αυτό που είναι να γίνει, θα γίνει και με φυσικό τρόπο. Η απόφαση είναι δική μου κι όχι του Θεού. Εμένα, έτσι, μου τη βίδωσε. Θα χρησιμοποιήσω, για τη δικιά μου βίδα, μέσον τους Αγίους και Οσίους, κι άλλους εν Παραδείσω,ώστε να μεσιτεύουν παρά τω Κυρίω, για να βολευτώ εγώ; Να εγκριθεί το αίτημά μου; Μα δεν απολωλάθηκα ακόμη! Σέβομαι το Θεό, μα σέβομαι και μένα…
Μ΄αυτό το τελευταίο στο νου, φρενάρισε δίπλα σ΄ένα ποταμάκι, με καταπράσινο περιβάλλον κι ένα κοπάδι από πρόβατα που έβοσκαν παρέκει.

Αισθάνονταν κουρασμένος και θέλησε να ξαποστάσει, μέχρις ότου προσεγγίσει, τον τελικό του στόχο, που απήχε καθώς υπολόγιζε καμιά τέσσαρες ώρες, ακόμη, διαδρομή.

Άνοιξε το πόρτ -μπαγάζ του αυτοκινήτου, και εκεί στην ακροποταμιά έστησε, όλο το αναγκαίο, για την ώρα νοικοκυριό του.΄Ενα τραπεζάκι και μια πολυθρόνα λυόμενη. Μια ομπρέλα ηλίου, το απαραίτητο γκαζάκι και την άραξε, ψήνωντας ένα τονωτικό καφέ.

Ύστερα, τού’ρθε να κολυμπήσει στο ποτάμι,νομίζοντας πως έτσι θα καταλάγιαζε την ταλαιπωρία της νυκτερινής οδήγησης. Βούτηξε με το σώβρακο. Το συνήθιζε αυτό, μια και δεν έβλεπε ιδιαίτερη διαφορά από το λεγόμενο μαγιώ. Δηλαδή, θά’μαι πιο ωραίος με μαγιώ; Ωραίος για τους άλλους; Θεέ και Κύριε!
Κι αν με εξελάμβαναν ως ωραίο, τι τάχα θα γινότανε; Δεν είχε καμιά ανάγκη να περνιέται για ωραίος. Οι ανθρώπινες κρίσεις είναι σαθρές. Κι αυτός απόφευγε τα σαθρά και βουτούσε σταθερά με σώβρακο. Επιβεβαιώσεις δεν επεδίωκε, είχε πλήρη αυτογνωσία.

Εκείνο που τον παραξένευε ζωηρά, ήταν γιατί οι καλόγεροι του Αγίου όρους δεν κολυμπούσαν! Το κολύμπι απαγορεύεται από τον Θεό; Είναι αμμαρτία;

Μάλλον ναί, αφού ο κεντρικός άξονας του μοναχισμού, είναι η καταπολέμηση των αδυναμίων της σάρκας. Ο καλόγερος, βλέποντας γυμνό, ανθρώπινο πετσί, αναστατώνεται, διαγείρεται!Τού’ρχεται τρέλλα, σκεπτόμενος θεσπέσιες καβάλες. Δεν κρατιέται! Γι αυτό κι αυτοβασανίζεται, για να μην μολυνθεί από επάρατες επιθυμίες! Τυραννιέται! Το πρόβλημα, όμως, δεν είναι η σάρκα και τα βίτσια της. Είναι θέμα μυαλού. Ξεκαθαρίζεις μέσα σου τι θέλεις. Ο Κορνήλιος το θέμα τόχε λύσει και τα τσινίσματα της σάρκας του, τά’χε απονεκρώσει. “Δεν μ΄ενδιαφέρει, βρε, η γυναίκα! Δεν είναι αναγκαίο κακόν, ούτε κι εγώ. Πύρ, γυνή και θάλασσα, τα τρία κακά της ζωής”, λένε οι χαζοβιόληδες. Εγώ και τα τρία, τα θεωρώ ευλογία Θεού! Πάντως, καμιά δύναμη δεν θα με σταματήσει, να κολυμπάω! Και δεν πρόκειται για αδυναμία σαρκίου, το χάδι του νερού. Μα για βάφτισμα ζωής, επί κεφαλής, της οποίας, είναι ό Κύριος Ημών και αει σιχτίρ! μονολογούσε ο αλλόκοτος αυτός αναχωρητής.

Κολυμπώντας,όμως,μέσα στο ποτάμι, αντιμετώπισε κάτι απροσδόκειτο. Εκατοντάδες ψάρια να περιπλέουν δίπλα του! Άπλωνε το χέρι κι έπιανε πέστροφες, σαζάνια, κι άλλα που δεν ήξερε το όνομά τους. Σχέτο πανηγύρι.

Μάνι-μάνι ξαναβγαίνει στη στεριά κι αρπάζει μια απόχη που προνόησε νά’χει μαζί του και ξαναβουτάει στο ποτάμι.

Το τι ψάρια έβγαλε, δεν λέγεται. Το φορητό ψυγειάκι που είχε, γκαστρώθηκε. Τόσο ψάρι έπιασε. Κι αν ήθελε, θά’πιανε κι άλλα, πολλά περισσότερα.

“Μπράβο Θεέ, μεριμνάς που και που.. για μένα”, ψέλλισε.
Μονομιάς, όμως, κάτι υποπτεύθηκε κι απέσυρε το μπράβο!

–Σιγά Θεέ, μην κάνουμε και υπερβολές… Το μπράβο δεν σου ανήκει.΄Ολα κι όλα, νάμαστε τίμιοι μεταξύ μας, είπε κάθετα ο Κορνήλιος.

Τόση ψαριά, να την πιάνει με τα χέρια του, χωρίς ψαρικά εργαλεία, τον πονήρεψε. Κάποιο λάκο έχει η φάβα έλεγε κουνώντας βασανιστικά το κεφάλι του.. Δεν μπορούσε να καταννοήσει πως, τόσο εύκολα, τα ψάρια έπεφταν στα χέρια του. Μυστήριο,μα όχι και θαύμα!

Το έψάξε εκεί γύρω και τι διαπίστωσε; Όπως με την περί Όρους ομιλία του Κυρίου, όπου με μια κίνηση θαυματουργική, ταϊστηκαν πεντακοσχίλιοι, με άρτο και ψαρικό, έτσι κι εδώ το πράμα έμοιαζε φτιαχτό. Κάτι πονηρό συνέβαινε και το ανακάλυψε.

Λίγες οργές, πιο πάνω, μερικοί κατεργάρηδες ψαράδες , ρίχνανε μέσα στο ποτάμι δυναμίτιδα και τα ψάρια παθαίνανε νταράκουλουμ από τον κρότο, τις εκτινάξεις κ.λ.π. κι έτσι έφταναν στα χέρια του Κορνηλίου, μισοψώφια, άνευ γνώμης κι απόψεως, δηλαδή σώματα, ασώματα, ζαλισμένα! ΄Ετοιμα για το τηγάνι. Το παραλίγο “θαύμα” εξηγιόταν.

Τά’βαλε χωρίς δεύτερη συζήτηση στο τηγάνι, αποφασίζωντας συνάμα, να παρατείνει την παραμονή του δίπλα στο ποτάμι, για λίγες ακόμη ωρούλες.

Τά’φαγε μακαρίζοντας τους δυναμιτιστές, μα όχι και το Θεό!

Ο ιδιότροπος Κορνήλιος έφυγε από το ποτάμι κάποια στιγμή, και μετά από τετράωρη περιπλάνηση, έφτασε στο σημείο,που επέλεξε μέσα από τον ΟΔΗΓΟ Μοναστηρίων. Απαντήθηκε με ένα κτίσμα ερειπωμένο. Πρώην Μονή. Εγκαταλελειμένη!

Την περιεργάστηκε εξωτερικά. Ντουβάρια πεσμένα, μια εκκλησούλα, δώματα κατεστραμένα, σκουπιδαριό, πέτρες εδώ κι εκεί, μια χαώδεις κατάσταση γενικής ερήμωσης, παντελούς εγκατάλειψης. Το σημείο αυτό, πρώτα έσφιζε από ζωή. Τι τάχα να συνέβη και οι καλόγεροι εγκατέλειψαν το Μοναστήρι;
Το ξανακοίταξε. Δειλά-δειλά άνοιγε τις πόρτες που έβρισκε μπροστά του, ρίχνοντας ένα σύντομο εξεταστικό βλέμμα στο εσωτερικό τους. Σχέτο ρημαδιό. Αράχνες, σκουπίδια, σκόνες σε όλα τα δωμάτια-κελιά, πέντε-έξη, το πολύ.

“ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΑΓΙΑΣ ΤΡΙΑΔΟΣ”, έγραφε απέξω μια ξεχαρβαλωμένη πινακίδα. Αγία Τριάς, ελέησον ημάς…

Πάει στο ναϊδριο, ίδια χάλια κι εδώ.Ο Ιησούς Χριστός, με ένα πάχος σκόνης και καταχνιάς, ελάχιστα διακρίνονταν. Τα καντύλια αραχνιασμένα, της κακιάς ώρας.΄Ολα του πετα-μού.΄Ετσι, όπως ήταν η γενική κατάσταση, άνθρωπος εδώ δύσκολα θα ζούσε.

Ο Κορνήλιος ξαναβγήκε έξω, λιγάκι απαγοητευμένος μεν , αλλά πείσμων δε!

΄Ερριξε το βλέμμα του ολόγυρα κι εκτίμησε το γούστο των πρωτεργατών της Μονής για την επιλογή τους.

Η μονή-ερείπιο ήταν στημένη στο ακρόχειλο ενός βουνού, όπου από κάτω του, έχασκε μια πανέμορφη θάλασσα.Τριγύρω, άλλα βουνά καταπράσινα, και στο βάθος, πάρακάτω, υπήρχαν δύο-τρία χωριά φυτεμένα σαν ζωγραφιά!

Κούνησε το κεφάλι του, φανερά ικανοποιημένος απ’ το τοπείο.

–Ωραία ,Κύριε Κορνήλιε, ο κύβος ερρίφθη. Εδώ πιά θά’ναι το σπίτι σου, το μοναστήρι σου, που τόσο αποζητούσες. Εμπρός, ανασκουμπώσου κι ο Θεός βοηθός, είπε φωναχτά.

Ρίχτηκε αμέσως στη δουλειά. Καθώς περνούσε ο καιρός ,σιγά-σιγά, όλα έμπαιναν σε μια τάξη και το μοναστήρι αποκτούσε και πάλι ζωή.

Ο πρώτος καιρός, ήταν δύσκολος, αλλά αυτός συνέχιζε, το έργον του.΄Ομοια με τους πρώτους αναχωρητές, ερημίτες, που δίχως κανόνες, μα λεύτεροι πηγαίνανε σ΄ένα βράχο, σε μια τρύπα κι αγίαζαν, ασκούμενοι στην αρετή, ουδέν εκζητούντες κι από ουδένα. Επειδή έτσι, τους είχε καπνίσει.
Είχαν απαυδήσει με το σφάξιμο που γινότανε μεταξύ ανθρώπων για τα νιτερέσια της τσέπης και των χαζών μικροσυμφε-ρόντων τους. Οπότε αποφάσισαν να τη σκαπουλάρουν, για να μη βλέπουν τις ανθρώπινες χαζομάρες κι αναγουλιάζουν.

Πήρανε των ομματιών τους και μπούκαραν μέσα σε τρώγλες, σπηλιές, βουνά και μέρη, όπου ανθρώπου πόδι δεν πατούσε.

Και το φχαριστιόντουσαν, έστω κι αν δεν είχαν σχεδόν τίποτε για τον στόμαχον! Τα κατάφερναν: Επιζούσαν. Οι πάντες μπορεί να επιζήσουν, αρκεί να μην επιζητούν περισσότερα ,από όσα λαμβάνειν. Ο καλόγερος, ο αναχωρητής έχει αυτή τη χάρη. Ξέρει τα μέτρα του δούναι και λαβείν! ΄Η περίπου! Το ίδιο ένιωθε κι ο Κορνήλιος. Είχε βαρεθεί τις προστριβές μεταξύ των ανθρώπων, τά αλλοπρόσαλά τους, και την ατέλειωτη φθορά για το τίποτε.

Κάπως έτσι βρέθηκε εδώ, στην άκρη της γης, να αναστηλώνει το Μοναστήρι της Αγίας Τριάδας, στην κορφή του παραθαλάσσιου γκρεμού.

Περνούσε με τα λιγοστά του. Και δοξολογούσε , όπως πάντα, τον Θεό. Δεν Του ζητούσε τίποτε. “Για λόγους αξιοπρέπειας”, όπως έλεγε! Και τι σάμπως να Του ζητούσε;

Στο περιβάλλον του Μοναστηριού, έστησε μερικά ,που θεωρούσε αναγκαία: ΄Ενα χώρο, όπου καλλιεργούσε λιγοστά ζαρζαβατικά (μαρούλια, πατάτες, κρεμύδια κι άλλα εύπεπτα), πιο εκεί, είχε ένα κοτέτσι με καμμιά δεκαριά κότες, που του φαίνονταν μάλλον πολλές. ΄Εστω! Είχε επίσης μια κατσίκα , ένα πρόβατο κι ένα γουρούνι. Σκυλί δεν είχε.

Όλα αυτά τα θεσπέσια, θεϊκα πλάσματα, έτσι ή αλλοιώς, τον βοηθούσαν να επιβιώνει, να κρατάει εν ζωή το σαρκίο του και εν εγρηγόρσι το πνεύμα του.

Χελώνες, που τις γούσταρε απείρως, δεν έβρισκε, εκεί γύρω, δεν υπήρχαν. Δεν τις σήκωνε το κλίμα, ίσως, δεν ήξερε, και αυτό ήταν μια σταθερή απορία του.

Αλλά, εκτός από το βλέμμα της χελώνας, που του είχε αποτυπωθεί μέσα του, κατά την ώρα της θανής, της εκτέλεσής της, τώρα του προέκυπτε και το μάτι του κόκορα.

΄Αλλη ιστορία αυτή.

Είχε στο κοτέτσι του, ένα κόκορα ίσαμε με πέντε κιλά.΄Ενα πανέμορφο πλάσμα της φύσης. Περίφανο, ορθό, κυρίαρχο σε κοτέτσι και τα γύρω.΄Ορθωνε το ανάστημα του κι έλεγες, μα τί είν΄αυτό; Από ποιόν κόσμο μας ήρθε; Τέτοια ομορφάδα και παράσταση. Φουντωτός, κοκκινωπός, και με τα λυριά, τα λοφία αναπεπταμένα. Σχέτος δεσπότης με όλα τα στολίδια του.

Κάποτε, του Κορνηλίου, του κατέβηκε να μαγειρέψει κόκορα κρασάτο. Μια και δυο, αρπάζει ένα ρόπαλο για να φονεύσει, τον κόκορα του! Το σύνδρομο της χελώνας τον ακολουθούσε.

Είπε, πως άμα τούδινε, μιά στην κεφαλή, ο κόκορας θα τα κακάρωνε. Αμ, δε!

Ρίχνει μια ροπαλιά! Ο κόκορας κεραυνοβολείται, ζαλίζεται, τρεκλίζει, μα είναι στητός και ιδιαίτερα απειλητικός. Επιτίθεται ακάθεκτα προς τον ροπαλοφόρο Κορνήλιο, και του κάνει με το ράμφος του, τέτοιες χτυπιές στα ποδάρια, που τα σημάδια τους έμειναν ανεξίτηλα. Εκείνο, όμως, το βλέμμα του κόκορα, ήταν άλλο πράμα. Έσταζε αίμα κι αποφασιστικότητα. Σκέτος πολεμιστής. Μαχητικός και ηρωϊκός.

Μετά από μεγάλη προσπάθεια κατάφερε να φέρει βόλτα το πτηνό και να τον βολέψει στην κατσαρόλα του!..

Τον έτρωγε επί μία βδομάδα και πάνω. Δόξα τω Παναγάθω!

΄Ενας κοκοράκος ,μια βδομάδα ζωής σε ερημίτη, είναι σίγουρα δωρεά, Θεού, σπάνια. Στο κάτω-κάτω, πόσο πολύ μπορεί να φάει ένας μοναχικός άνθρωπος; Και με λίγα ψίχουλα, μπορεί να την περνάει ζωή και κότα, όπως λέει ο λαός.

Ο Κορνήλιος οργάνωσε τη διαμονή του στο παλιό Μοναστήρι, έτσι, ώστε νάναι απολύτως αυτοδύναμος.

Να μην έχει ανάγκη από τίποτε και από κανέναν!

Υπήρχε, όμως, περίσευμα τροφής. Αφού με ένα πουλερικό τήν έβγαζε μια ολάκερη εβδομάδα, καταλαβαίνει κανείς τι γινότανε, σαν έσφαζε ένα γουρούνι, μια κατσίκα! Πού ν΄αντέξει τόση ποσότητα και που να την αποθηκεύσει! Υπήρχε ζωή τουλάχιστον, όπως λογάριαζε , για δύο άλλες βδομάδες και για πολλούς άλλους.

΄Οταν, λοιπόν, είχε μπροστά του ένα τέτοιο σφαχτό, μπόλικο κρεατικό, κατέβαινε στα χωριά γύρω, και το μοίραζε στις ανήμπορες οικογένειες-που είχε μάθει, βέβαια, ποιες είναι-, διακριτικά και κυρίως στις βραδυνές ώρες, μια και τό σκότος κάλυπτε δεόντως τις τέτοιες ενέργειές του.
Χτύπαγε την πόρτα, του αναξιοπαθούς και σαν κλέφτης, παράταγε στο πεζούλί, το σακούλι με το κρεατικό. Καρτέραγε, μέσα στη σκοτεινιά κι αν έβλεπε ότι ξεμυτούσε ανθρώπινη ύπαρξη να παραλάβει το σακούλι, τόσκαγε εύχαρις.

Αλλά μέχρις ότου γίνει αυτό, χολόσκαγε, μήπως κι εμφανιστούν σκυλιά και το “δωράκι” του, που κρυφίως έβαζε στο ξωπόρτι των πενομένων, γινόταν λεία τετραπόδων. Δεν θά τ’άντεχε με τίποτε. Καλού -κακού, κράταγε μαζί του και το ρόπαλό του, που τόχε -υποτίθεται σαν ράβδο, σαν κάτιτις, ως πατερίτσα, δεσποτική… εξουσίας ,για στηριγμό, υποτίθεται!

Γενικώς ο Κορνήλιος, έκανε πάν το δυνατόν, κι ο ίδιος να βολεύεται και να βολεύει κι όσους άλλους μπορούσε. Συν Θεώ.

Οι δυσκολίες που αντιμετώπιζε ήταν πολλές και καθημερινές, μα δεν τον ένοιαζε. Λιτοδίαιτος από φύση, ευχαριστιόταν στα ελάχιστα και δόξαζε το Θεό, που τον φώτισε να πάει εκεί στην ερημιά. Εκείνο που λιγάκι τον απασχολούσε ήταν η έλλειψη άρτου, αλλά το έλυσε κι αυτό μ΄ένα τσουβάλι αλεύρι που προμηθεύτηκε. Ζύμωνε κι έψηνε καρβέλια στο φούρνο, που υπήρχε από το παλιό μοναστήρι, έξω στην αυλή. Στεναχωριότανε επίσης, που δεν είχε φώς ηλεκτρικό. Πού να φτάσει ρεύμα εκεί στη βουνοκορφή που ήταν! Προς στιγμής, σκέφτηκε να πάρει μια ηλεκτρογεννήτρια, μα τα λεφτά ήσαν πολλά, και δεν είχε περίσευμα για τέτοια ξόδια. Στο κάτω-κάτω όλη μέρα ήταν δικιά του. Ας την αξιοποιούσε, όσο πιο αποδοτικά μπορούσε, αφήνοντας τις νύχτες για ανάπαυση, περιοριζόμενος να αντιμετωπίζει τα στοιχειώδη με γκαζόλαμπες,-με λαμπόγυαλο- πετρελαίου.Εξ άλλου, ήταν συνηθισμένος από παιδί σε τέτοιο φως.΄Οσο για νερό, ας είναι καλά οι ιδρυτές της Μονής, που είχαν προνοήσει για ένα πηγάδι.
Από τις πρώτες του φροντίδες του, καθώς εγκαταστάθηκε, στο ρημαγμένο, μοναστήρι, ήταν να νοικοκυρέψει το εκκλησάκι της Αγίας Τριάδος. Το ξεσκόνισε, το ασβέστωσε, τό’βαψε, τό’κανε σχέτο κουκλί. Πάνω από την Αγία Τράπεζα υπήρχε ένα μεγάλο καντήλι, που μεριμνούσε να τό’χει πάντα αναμμένο.

Το φως της καντήλας, διαπερνούσε το παραθυράκι που είναι πίσω στο Ιερό και οι αντανακλάσεις του, διαχέονταν έξω και ήταν ορατό το φως, τα βράδυα, έως τα κοντινά χωριά και τη θάλασσα, απ΄όπου περνούσαν τα πλεούμενα. Ο Κορνήλιος καμάρωνε και προσομοίαζε την καντήλα, σαν φανάρι ζωής, φάρο ζωής. Και πράγματι έτσι ήταν. Εκεί που πρώτα, όλα ήταν νέκρα και ρημαδιό κι απέραντη ερημιά, ξάφνου με την παρουσία του, γεννήθηκε ζωή. Πολύ σύντομα διαπίστωσε, πως είχε και καληκέλαϊδους γείτονες. Τα γύρω δέντρα, που πρώτα ήταν ακατοίκητα, ξάφνου γιόμισαν από πουλιά, λογής-λογής.

Σπουργίτια, καρδερίνες, τσιρτσιλιάνοι, κοτσίφια κι άλλα πανέμορφα πετούμενα, που όμως, ως αδαής περί πτηνών, δεν ήξερε το είδος τους. Τα πουλάκια αφού έκαναν τις απαραίτητες ανιχνεύσεις τους, ξεθάρεψαν τόσο, ώστε που τά’χανες, πού τά’βρισκες,την πέρναγαν του καλού καιρού μέσα στον αυλόγυρο της Μονής που ανέστησε ο Κορνήλιος ο οποίος, φυσικά ενθουσιασμένος απέραντα, με τους νέους γείτονές του, τους φίλευε με ό,τι είχε και δεν είχε.

Επί πλέον, είχε μια καλή ευκαιρία να κουβεντιάζει μαζί τους με ένα ιδιότυπο, ήρεμο διάλογο, χωρίς αντεγκλήσεις, θυμούς κι ενστάσεις.

–Τι θέλετε, βρε πιτσουνάκια μου; Πάλι για φαϊ ήρθατε; Καλά άλλη δουλειά δεν έχετε, κι ολημερίς μόνο για τη μάσα νοιάζεστε;

–Τσίου,τσίου..τσιουοου.. απαντούσαν τα πουλιά.

–Μάλιστα, τώρα κατάλαβα! Εν τάξει, εντάξει, σάμπως κι εμείς οι άνθρωποι γιατι μεριμνούμε; Μόνο που εμείς αλληλοσφα-ζόμαστε μεταξύ μας κι ο ένας κοιτάει να αρπάξει το φαϊ από το στόμα του αλλουνού…

–Τσίου τσίου τσίου…Τσα…!

–Μπα; Έχουμε και γελάκια; ΄Οχι τέτοια σε μένα! Κοιτάξτε τη μούρη σας, δεν είστε σε καλύτερη μοίρα από μας! Δεν προλαβαίνω να σας ρίξω τροφή κι αμέσως πέφτετε πάνω σε κείνο, που πρώτο την τσίμπάει! Ε, ας σοβαρευτούμε! Είναι κακό συνήθειο αυτό.΄Ολα σας θα φάτε… Υπάρχει τροφή για όλους μας. Γιατί τόση, πια, λαιμαργία;΄Εφυγα από τον κόσμο για κάτι τέτοια.. μη με κάνετε να παραφερθώ… Δεν αντέχω τέτοιες σάχλες…

–Τσίου,τσίου… κρα-κρά.

Κάπως έτσι, γινότανε το κουβεντολόγι ανάμεσα στα πουλιά και τον ερημίτη Κορνήλιο. Μέσα στην απέραντη σιωπή του, ήταν μια ευκαιρία , να μην ξεχάσει να μιλάει κιόλα, αν και καθημερινά είχε λακιρντί με τον Θεό, αλλά συνήθως στο ψιθυριστό, το σιγανό, εκτός από τις στιγμές που έψελνε με τη τρανταχτή φωνάρα του, με αποτέλεσμα να αντιλαλεί όλη η λαγκαδιά.

Ο Κορνήλιος, από εκκλησιαστικά γράμματα ήταν ντουβάρι! Πέρα από κάποιους ύμνους, που είχε μάθει, τότε που ήταν βαστάζος πατερίτσας του Δεσπότη, άλλο τίποτε δεν ήξερε. ΄Ομως, μια φορά τη μέρα, σέρνονταν στο ναϊδριο της Αγίας Τριάδος, κάθονταν στο ψαλτικό και ξεφύλλιζε τα βιβλία που είχαν παρατήσει οι τελευταίοι ένοικοι της μονής, που άγνωστον για ποιό λόγο, την εγκατέλειψαν.

Προτού αρχίσει να ξεφωνίζει τα τροπάρια που έκρινε ως ορθά, γιατί μερικά τά’βγαζε σκάρτα, έκανε το σταυρό του. Κοίταζε την εικόνα του Χριστού, και υπομυδιώντας μουρμούριζε:

–Νά’ μαστε πάλι οι δυό μας Κύριε; Τι χαμπάρια; Ω, μη ρωτάς για μένα… Μεροδούλι- μεροφάϊ, ξέρεις! Δόξα νάχεις. Δεν έχω παράπονο. Σ΄ευχαριστώ απείρως για τον παράδεισο που μου δίνεις! ΄Ενα μόνο σου ζητώ: Να με φωτίζεις, μην και στραβοπατήσω. Τα υπόλοιπα, ξέχασέ τα, ξεπερνιούνται. Θα τα ξεπεράσουμε μαζί. Θέλω νά’μαι εντάξει μαζί σου, μα χωρίς φώτιση δεν θα τα καταφέρω, ομολογώ την αδυναμία μου.

Μετά ο Κορνήλιος έβαζε τις φωνάρες του, ψέλνοντας διάφορα τροπάρια. Η φωνή του, δυνατή, έσκιζε τον ουρανό κι απλώνονταν πέρα ως τα χωριά κι ακόμη παραπέρα.

Εκείνο το φώς, που έβγαινε από την καντήλα του Ιερού, οι ψαλμωδίες του και η κινητικότητα ζωής που εμφάνιζε το πρώην μοναστήρι, όπως ήταν φυσικό, κάποια στιγμή προκάλεσαν την περιέργεια των γύρω. Στην αρχή ορισμένοι τσομπαναραίοι, μετά κάποιες γρηούλες, άρχισαν να καταφθάνουν δειλά-δειλά και να εξετάζουν την κατάσταση.

Βλέπανε ένα περίεργο τύπο με μεγάλη πια γενιάδα, μα ράσο δεν φόραγε. Απλά μια σκούρα καμπαρντίνα μακρυά κι ένα σκούφο, που ήταν μεταξύ ναυτικού κασκέτου και ρώσικης τραγιάσκας.΄Ενα αλλόκοτο πράμα δηλαδή, μια γραφική σιλουέτα , που δεν είχαν μεταδεί στα όσα προσκηνύματα είχαν κάνει σε μοναστήρια κι εξωκκλήσια.

Μπαίνανε μέσα στο ναϊδριο της Αγίας Τριάδος να ανάψουν, κατά το συνήθειο, ένα κερί, μα κερί δεν έβρισκαν!

Τι στο διάολο γινότανε εδώ; Σαν ύποπτο δεν φαίνεται;

–Πάτερ, δεν βρίσκουμε κερί, τον φώναζαν.

–Να το κάνετε τι; ρωτούσε αυτός.

Οι άλλοι κοιτάγονταν μεταξύ τους αποχαμένοι. Περίεργο!

–Να το ανάψουμε πάτερ.. απολογούνταν οι επισκέπτες.

–Και τι θα βγει, αν το ανάψετε, απαντούσε σοβαρά-σοβαρά ο Κορνήλιος!

Οι άλλοι, με κάτι τέτοια βεβαίως, τελούσαν σε κατάσταση πλήρους σύγχισης, κατάρρευσης.

Αλλά, για να τους βγάλει από το πελάγωμα, έσπευδε να εξηγήσει:

–Προσέξτε αγαπητοί μου. Με τα κεριά και τα λιβάνια δεν γίνεται τίποτε. Ο Θεός δεν χαμπαρίζει από τέτοια. Ο ναός, οι ναοί, είναι χώρος, όπου ανοίγουμε την καρδιά μας στον Θεό Και κουβεντιάζουμε. Μεγάλο πράμα η κουβέντα με τον Θεό. Προσευχηθείτε. Η προσευχή είναι η συνομιλία με τον Ύψιστο. Αλλά προσοχή, μη ζητάτε από τον Θεό νά’χει καλά το κοπάδι σας, την υγειά σας και τα σόδια σας! Να παρακαλάτε να σας φωτίζει, για νά’στε ολημερίς σωστοί κι αγαπητικοί μεταξύ σας… Δεν έχει ανάγκη ο Θεός από λαμπάδες και καντήλια… θυμιατίσματα, λιβανίσματα! Καταλάβαιτέ το πιά!

Οι άλλοι τον άκουγαν. Κουνούσαν καταφατικά το κεφάλι, μα δεν νόγαγαν τίποτε. Δεν μπορούσαν να χωνέψουν πως μπήκανε σε εκκλησιά, χωρίς να ανάψουν μήτε ένα κεράκι! Πρωτοφανές!

Μια κυρούλα έβγαλε, μια φορά, από το πουγκί της κάτι νομίσματα και πήγε να τα δώσει στον Κορνήλιο. Αυτός της έκοψε τη φόρα, και βαθέως νευριασμένος.

–Τι είν’ αυτά;

–Είναι για να κάνετε ευχές για τα πεθαμένα μου! Κάτιτις πρέπει να αφήσω για το ναό, αφού δεν υπάρχει ούτε ένα κεράκι… ν΄ανάψω;

–Κυρούλα μου σ΄ευχαριστώ, μα για τις προσευχές που κάνω για σας, δεν χρειάζονται χρήματα. Προσεύχομαι για τα ζωντανά, μα όχι για τους πεθαμένους. Αυτοί έχουν κλείσει το βιβλίο τους και κανείς δεν τους σώζει, καμιά ευχή , αν εν ζωή τα “σκάτωσαν” και με το παρντόν..Κι εξ άλλου, δεν είμαι παπάς, ένας ανθρωπάκος ,σαν κι εσάς, είμαι που ζω μονάχος και δοξάζω τον Θεό για τα θαυμαστά του. Και, λέω το Σώσον Κύριε, τον λαόν σου!

–Δεν είστε ιερέας; ρωτούσαν οι άλλοι, με γουρλωμένους, εξογκωμένους τους οφθαλμούς.

–Και βεβαίως δεν είμαι!

Με κάτι τέτοια, πολύ σύντομα, διαδόθηκε πέριξ, η φήμη του παράξενου αυτού ερημίτη. Κυρίως, όταν είχε λιακάδες, συνέρρεαν στη Μονή κοπάδια αποχαμένων διπόδων, πρώτα για να περιεργαστούν αυτόν το παράξενο ασκητή και μετά να τον πιάσουν στην κουβέντα, κι ύστερα βλέποντας και κάνοντας…

–Πάτερ, θα ήθελα τη συμβολή σας… Δεν τα πάω καλά με τον άντρα μου και μάλλον θα χωρίσω, τι μου λέτε, τι με συμβουλεύετε; ρώτησε μια μορφονιά, συνάμενη, κουνάμενη.

— Αν σε βολεύει να χωρίσεις, χώρισε! Να ξέρεις, όμως, πώς κάθε χωρισμός, είναι αποτυχία. Η χρεοκοπία ΣΟΥ! Αν με τον άνδρα σου δεν κατάφερες να συνομιλείς κι από κοινού να βρίσκετε λύσεις στις δυσκολίες, τότε ξόφλησες, κυρά μου, σαν άνθρωπος. Χώρισε! Και γρήγορα! Διάλεξε, πάντως!

–Μα τι πρέπει να κάνω; ρώτησε εναγωνίως το θηλυκό.

–Το ξέρεις! Αν αγαπάς τον άντρα σου, πρόβλημα δεν υπάρχει! Ξέρεις τι πρέπει να κάνεις!

Η υποψήφια προς χωρισμόν, κυρία, είπε ευχαριστώ κι απομακρύνθηκε. Δεν κατάλαβε τίποτε απ΄όσα της είπε ο “πάτερ” -Κορνήλιος.

΄Ενας άλλος, του είπε το παράπονό του με το παιδί του, το οποίο είχε μπλέξει με τα ναρκωτικά και πως αγωνιούσε να το σωσεί!

–Απλό το θέμα σου φίλε. Τι συμβουλή να σου δώσω; Το μόνο που μούρχεται είναι να σου πώ, πάρε φόρα και πνίξου. Ο,τι έσπειρες θα θερίσεις!

–Μα τι λέτε, πως θα σώσω το παιδί μου;

–Είναι αργά αγαπητέ μου! Τον καιρό που έπρεπε να νοιάζεσαι και να πρόσεχεις το παιδί σου, εσύ αγρόν ηγόραζες. Έπαιζες τάβλι στον καφενέ!

΄Ενας, άλλος νέος, ρώτησε τον Κορνήλιο:

–Σεβάσμιε, πες μου τι γνώμη έχεις για τον έρωτα;

–Καρφί δεν μου καίγεται για την τσουτσουνοπαικτική!

–Τι είπατε; Δεν το έπιασα;

–Ακριβώς αυτό λέγω. Ο έρωτας είναι πιάσιμο!΄Ο ένας πιάνει τον άλλον! Ο ένας χρησιμοποιεί τον άλλον για την ατομική απόλαυσή του! Το αν εσύ δέχεσαι νάσαι εργαλείο ηδονής, πιάσιμο, κάποιου άλλου, αυτό είναι δικό σου θέμα…!

–Μα τι λέτε γέροντα..;

–Κόψε αυτό το γέροντα, γιατί ούτε αισθάνομαι, ούτε είμαι γέρων!

–Θέλω να πω, πως ο έρωτας, είναι μια φυσική λειτουργία…

–Δεν αντιλέγω! Μα για να πραγματοποιηθεί η λειτουργία αυτή απαιτείται, η συναίνεση δύο ατόμων, που θέλουν να γίνουν, χρηστικοί ο ένας στόν άλλον! Αν συναινείς να γίνεις ..Γίνε!

Όργανο χρήσεως από τον … άλλον ,ο οποίος αποζητά ηδονή διά… εσού! Κάντο… χρηστικέ! Δεν δίνω δεκάρα!

Ο ερωτών αλοιθώριζε.

–Μα τι λέτε; Ο έρωτας είναι .. φυσική λειτουργία!

–Πάλι δεν κατάλαβες. Εγώ δεν αρνούμαι τη φυσικότητα της ηδονής. Θα συμφωνήσεις, ωστόσο, πως και η άρνηση της ηδονής, η αποχή από την ηδονή, είναι εξ΄ίσου φυσική λειτουργία…. Μήπως τάχα διαφωνείς; Ορθοτομώ!

–Μα τι λέτε, αυτό είναι άρνηση της φύσεως…

–Μπά, έτσι σου είπανε; Νέε μου, εθελότυφλείς, σε βαθμό να εμφανίζεσαι, ως βλάξ, και δεν σου φαίνεται! Σιγά-σιγά, δεν θέλω ενστάσεις! Θα στο δώσω να το καταλάβεις με απλό παράδειγμα. Λαχταράς να φάς ένα γλυκό και το τρώς. Αυτό είναι φυσική λειτουργία, ο έρωτας λές, και δεν θα σε κοντράρω! Εσύ γιατί διαφωνείς, όταν εγώ δεν θέλω να φάω γλυκό, που επίσης είναι μια φυσική λειτουργία; Γιατί κολλάς στο φυσικό του “θέλω”, κι απορρίπτεις ,το επίσης φυσικό, του “δεν θέλω”; Πες μου!

–Σαν καλά, μάλλον τα λέτε…

–΄Οχι …μάλλον! Μην παραλογίζεσαι, δεν κολλάμε μπρίκια!΄Αλλο θέλω να σου μεταδώσω, μιά κι έχεις απορίες περί έρωτος. Αν η συνεύρεση δύο ατόμων συνοδεύεται από το στοιχείο της άδολης αγάπης του ενός προς τον έταιρον, τότε έχουμε την ιδανική μορφή του έρωτα, μια μαγική, ποιητική κατάσταση. Αν όχι, τότε απλά, γιέ μου, είσαι εργαλείο ηδονής για τον άλλον και η φύση λέει τούτο, που σε διαφεύγει: Κανείς μας και για κανένα λόγο δεν μπορεί να καταντάει εργαλείο του άλλουνού! Εύχομαι να καταλαβαίνεις…

–Κατάλαβα, είπε ο νέος.

–Μακάρι! Για πες μου, το “Πάτερ Ημών”, το ξέρεις; ρώτησε, αιφνίδια ο Κορνήλιος, σιάζοντας συνάμα και την άχαρη καμπαρντίνα του, που κάπου τον ενοχλούσε.

–Και βέβαια…το ξέρω.

–Επειδή απορείς περί έρωτος, το οποίον μπλέκεις με τη φύση αν και όλα επι γής είναι φυσικά, μα εσύ, τον έρωτα τον θεωρείς φαίνεται πιο… φυσικό, απ΄τάλλα! Βασικά, κάτι τρέχει στα γύφτικα! Μα, ας πάμε στο “Πάτερ Ημών”, που είναι ένα από τα πιο λιτά, σχεδόν ιδανικά, κείμενα. Πουθενά δεν υπάρχει ο “έρωτάς” σου, που τόσο σε καίει, και για να δεις πόσο σπουδαίο… φυσικό πράμα είναι! Λέγει: “Δος ημίν σήμερον τον άρτον, τον επιούσιον”, το ψωμάκι μας, που είναι κυρίαρχο στήριγμα για τη ζωή. Αυτό υπογραμμίζεται. Δεν λέει, “δος ημίν το επιούσιον πήδημα”! Λέει, όμως, παρά κάτω: “και μη εισενέγγεις ημάς εις πειρασμόν..”.. Εδώ μέσα μπορεί ορισμένως, να χωρέσει νεαρέ, κι ο “έρωτάς σου” .. που φαίνεται ότι τον ανήγαγες σε θεμελιώδες φυσικό στοιχείο, ενώ δεν είναι τίποτε παρά μια τσόντα, πειρασμός, και μάλιστα ευτελής. Αν λοιπόν, φίλε, λες το “Πάτερ Ημών” μια φορά τη μέρα, σίγουρα θα παύσεις να ορέγεσαι τη… γειτόνισά σου! Γιατί, ο έρωτας, το σέξ, είναι πειρασμός… Καλός μεν, μα έχει και τα όριά του, μην θεοποιούμε και το πήδημα, την ηδονή!

–Καταλαβαίνεις μωρέ τι λαλώ;

Ο νέος τον κοίταζε, τελείως, αποσβολωμένος. Ανατρέπονταν όλη η κοσμοθεωρία του, αυτή, την όποια, μπορεί νάχει ο πας νέος! Είχε τελείως, αποδημήσει, εις άλλους χώρους!

΄Η μουρλός ήταν ο γέρος με την καμπαρντίνα, ή αερικό, ή άγιος. Πάντως δεν του φαίνονταν για γήϊνος! Ούτε για άγγελος Κυρίου! Μήπως τάχα ήταν ο ίδιος ο Κύριος, διερωτήθηκε προς στιγμής, μα δεν του φαίνονταν του τύπου, παραδέχτηκε! Και, πως φαίνεται, στ΄αλήθεια, ο Κύριος; ΄Ιδου ο κόμπος!

Ο νεαρός σταυροκοπούμενος και παραμιλών, τόβαλε στα πόδια. Ακόμη τρέχει!

Με αυτά, και με πολλά άλλα, βούηξε ο τόπος για τον παράξενο ασκητή της Μονής της Αγίας Τριάδος. Οι περισσότεροι μιλούσαν με θαυμασμό για τη σοφία του, αλλά κάποιοι, έστω και λίγοι, τον έβλεπαν με στραβό μάτι. Παλαβός θάταν! Σίγουρα! Αλλόκοτα λαλούσε!

Κάποια μέρα κατεύθασε στη Μονή, η κουστωδία του Μητροπολίτη της περιφέρειας. Ο Κορνήλιος, αν και ξαφνιάστηκε, δεν έχασε την ψυχραιμία του. Ασπάστηκε την δεξίαν του Δεσπότου και τον τράταρε με ό,τι είχε πρόχειρο, εκείνη τη στιγμή.

–Μεγάλη η τιμή, Σεβασμιότατε, που ήρθατε μέχρι στο κονάκι μου.. είπε ο Κορνήλιος.

–Ε, κάποτε είπα, πως έπρεπε νάρθω να δώ έναν άνθρωπο του Θεού…

Ο Κορνήλιος ξενάγησε στο ενδιαίτημά του, τον αξιοσέβαστο εκπρόσωπο του Κυρίου κι ύστερα κάθησαν, ή μάλλον έβαλε αυτόν και την αντιπροσωπεία του να καθήσουν σε μια αίθουσα, που οι μεν μοναστηριακοί την καλούν “Αρχονταρίκι” , αυτός δε ο Κορνήλιος, την είχε αναγάγει σε εκθετήριο φωτογραφιών, αίθουσα έκθεσης φωτογραφιών, κάτι τέτοιο, περίπου.

Ο Κορνήλιος, ως προείπαμε, ήταν καλός φωτογράφος, κι έκρινε να στολίσει με φωτογραφικά του δημιουργήματα αυτή την αίθουσα, κορνιζαρισμένες φωτογραφίες, κυρίως τοπεία, πορτραίτα και μερικές περίεργες συνθέσες, ακόμη και κολάζ. Πουθενά δεν υπήρχε φωτογραφία ή εικόνα ΄Αγιου. Αυτό παραξένεψε, τον Μητροπολίτη ,ο οποίος ευγενώς, ρώτησε:

–Βλέπω εδώ, έχετε φωτογραφίες με τοπεία, μα μήτε έναν άγιο!

–Ορθή η παρατήρησή σας ΄Αγιε. Ξέρετε κανέναν άγιο νά’χει φωτογραφηθεί; …΄Η για την ακρίβεια, όλες αυτές τις άγιες μορφές που βλέπουμε, στις εκκλησιές μας ,είναι επακριβώς οι ίδιες, αντίγραφα πιστά των εικονογραφούμενων; ΄Η τα φαντάσματά τους, ή η φαντασία των εικονογράφων τους κι Αγιογράφων τους;

–Δεν σας καταλαβαίνω , τι εννοείτε; παρατήρησε ο Δεσπότης.

–Γνωρίζετε στ΄αλήθεια Σεβασμιότατε, το πρόσωπο του Χριστού και πώς; Ξέρετε τις φάτσες των αγίων, και πώς; Από ζωγραφιές μονάχα, οι οποίες μπορεί νάναι πιστές, αλλά ίσως κι όχι. Έγώ τουλάχιστον, δεν είμαι και τόσο βέβαιος!

–Ορθώς. Εν τινι μέτρω, δεν είστε εκτός πραγματικότητας. Πάντως έτσι μας τα κληροδότησε η ιερά παράδοση μας!

— Έτσι είναι. Γι αυτό κι εγώ, στο μικρό αυτό εκθετήριο, τι κάνω; Βάζω φωτογραφίες από τοπεία- τόπους, γωνιές της γης μας, πανέμορφα, απτά δημιουργήματα του Δημιουργού. Συγκεκριμένα αναδεικνύω την ομορφιά του Πλάστη και της πλάσης του. Σκιαγραφώ τον Θεό! Τα πρόσωπα δεν μ΄ενδιαφέρουν! Οι Άγιοι, εσείς, εγώ, παίζουμε τριτεύοντα ρόλο… Η ομορφιά της φύσης, είναι ο ίδιος ο Θεός. Νομίζω πως δεν διαφωνείτε Σεβασμιότατε…

Ο Δεσπότης, κάπως ένιωθε θαλασσωμένος, μα όντας ευφυής, παρέκαμψε τον σκόπελο και ξαναρωτάει τον Κόρνήλιο:

–Θα θέλατε να σας χειροτονήσω κληρικό;… Παρουσιάζετε, ειλικρινά, ενδιαφέρον!

–΄Αγιε, σας ευχαριστώ. Μα είναι πιά, πολύ αργά, για μένα! Η ιεροσύνη μου δεν θα οδηγούσε πουθενά, κι εγώ οδηγούμαι πια προς στο τέλος! Καθυστερήσατε λιγακι, μα δεν πειράζει, δεν πρόκειται ν΄αλλάξει αυτό που είμαι τώρα! Πάντως ,σας ευχαριστώ για την τιμητική πρόταση!

Ο Επίσκοπος, έχαψε την άρνηση, αν και για την ακρίβεια μπλοφάριζε κι αυτό το είχε μυριστεί ο Κορνήλιος από την πρώτη στιγμή. Κι τούτο φάνηκε αμέσως μετά. Ο Δεσπότης, χαϊδεύοντας την πλούσια γενειάδα του κι απευθυνόμενος, πάλι προς τον Κορνήλιο, αυτόν τον αψηλό, άχαρο τύπο με την γκριζόμαυρη καμπαρντίνα, και την αλλόκοτη καπελαδούρα,ρωτάει:

–Για πείτε μου ,αγαπητέ μου, πως βρεθήκατε εδώ, σ΄ένα κτίσμα δικό μας;

–Της δικαιοδοσίας σας θέλετε να πείτε ΄Αγιε!΄Οχι της ιδιοκτησίας σας, παρατήρησε, εξόχως σοβαρά και προσεκτικά ο Κορνήλιος!

–Δεν αντιλέγω, μα για να εγκαταβιώσετε εδώ, έπρεπε να έχετε ζητήσει την άδειά μου και επί πλέον έπρεπε να είστε ιερωμένος, καλόγερος…έστω!

–Από ποιο τεφτέρι βγαίνει αυτό, Σεβασμιότατε; Για να μονάσω, χρειάζεται νάμαι και ρασοφόρος; Σάμπως ο μοναχισμός, δημιουργήθηκε από το σινάφι σας; Από το ράσο;

–Μα τι λέτε γέροντα; Τι είναι αυτά, τα ανατρεπτικά;

–Σεβασμιότατε, με όλη μου την αγάπη, θα παρατηρήσω, ότι δεν συνέτρεχε λόγος να ζητήσω άδεια από κανέναν, την ώρα που δεν υπήρχε τίποτε εδώ. Ερημιά μόνον βρήκα και την ανέστησα με τα χέρια μου. Κληρικός δεν είμαι κι άρα ούτε το κτίσμα, ούτε εγώ ανήκω στη αρμοδιότητά σας, ώστε να ζητήσω άδεια. Είμαι ελέυθερος σκοπευτής του Θεού! Ενοχλείστε;

–Τι πάει να πει ελεύθερος σκοπευτής του Θεού; Πάτερ Κορνήλιε;

–Παρακαλώ δεν είμαι πάτερ!

–Ορθόν, αλλά έτσι σας αποκαλεί το ποίμνιόν μου, το οποίον σκανδαλίζετε κι απορεί με όσα λέτε!

Ο Κορνήλιος εξέτασε τον δεσπότη πατόκορφα και συνειδητοποιώντας, για μια ακόμη φορά, τις πραγματικές προθέσεις της επίσκεψης, περνάει στην αντεπίθεση:

–Σεβασμιότατε, έχετε πρόβατα;

–Τι εννοείτε; έκανε ξαφνιασμένος ο Ποιμενάρχης.

–Αυτό που είπατε, ότι έχετε ποίμνιο…στάνη, πρόβατα, δεν ξέρω… Οι πιστοί του Θεού ..Σας… είναι πρόβατα;

–Α, εσείς, είστε για δέσιμο….έκανε ο Αρχιερέας.

–Στην μακροημέρευσή σας ΄Αγιε, έκανε ο Κορνήλιος αντί άλλου, υψώνοντας το ποτήρι με το τσίπουρο, εμφανώς περιπαι-κτικότατα!

Ο Άγιος Δεσπότης, αναγκάστηκε να κάνει το ίδιο, αλλά σίγουρα χολωμένος και πιότερο πελαγωμένος μ’αύτον τον παλαβό!

–Κύριε Κορνήλιε, είστε ,και λυπούμαι, εκτός εκκλησιαστικής τάξης,πρακτικής. Θα σας παρακαλέσω να εγκαταλείψετε την Μόνη, το γρηγορότερον. Κάνατε κατάληψη κι αυτό είναι παράνομο! Μην με αναγκάσετε να καλέσω την αστυνομία!

Ο Κορνήλιος, με την καμπαρντίνα του, μ’ εκείνη την παράξενη πατατούκα που φόραγε και τον έκανε σκέτη καρικατούρα, ηγέρθη από τη θέση του κι άρχισε να τραντάζει στα γέλια.. Γελούσε εκνευριστικά. Μα γελούσε! Με όλη την καρδιά του.

–Μα τι λέτε ΄Αγιότατε! Εσείς, εκπρόσωπος του Θεού, εσείς, θα ζητήσετε ενισχύσεις από την κρατική εξουσία;…

–Χι.. χι.. χα..χα.. έκοψε απότομα τα χαχανίσματα κι απευθυνόμενος προς τον Μητροπολίτη, τον ρωτάει:

–Καλά Αγιέ μου, κουβαλήθηκες εδώ για να με απειλήσεις; Δεν νιώθεις ότι φαιδρολογείς; Και με απειλείς, πως θα με διώξεις;

Να με διώξεις… δεν έχω αντίρρηση…Καρφί δεν μου καίγεται.΄Ενα σαρκίο έχω και κανείς κερατάς, δεν μπορεί να το βλάψει! Φεύγω κι αύριο, αν το θές! Για να παραλάβεις το κτίσμα, όπως το διαμόρφωσα εγω, κατά τα ισχύοντα, πρέπει να πληρώσεις κάποιο τίμημα! Εχεις,΄Αγιε, αντίρρηση;

–Μα τι λέτε;

–Αυτό που λέγω! Εγώ αναμόρφωσα τη μονή. Ξόδεψα κόπον ιδρώτα, προσωπική εργασία και χρήμα μέχρις ότου την φέρω στα συγκαλά της .. Αποζημιώστε με και φεύγω! Δεν έχω αντίρρηση, ούτε διάθεση εναντίωσής σας! Γιατί αλλοιώτικα θα σας πάρει ο διάολος …Δέσποτα.. Πανάγιε! Μα τω Θεώ!

Έκτόξευσε την απειλή, χωρίς να ξέρει πως, μα τη θεώρησε αναγκαία, καθώς ο δεσπότης, επίσης, τον απειλούσε και σοβαρά μάλιστα…

–Αυτά δεν γίνονται. Αν δεν φύγετε με το καλό, θα σας στείλω την αστυνομία, είπε ανενδότως, ο ανεκδιήγητος Δεσπότης.

–Και θα δώσω εγώ το βιός μου αμαχητί, θαρρείς; Ε, δεν επικοινωνείς ούτε με Θεό, ούτε με ανθρώπους…τραγόπαπα!

Σεβασμιότατε,με όλα τα σεβάσματά μου, είσαι καραγκιοζοπαίκτης και εκδουλεύεις τον Κύριον, αναφώνησε , ο Κορνήλιος με την περίεργη καμπαρντίνα που φορούσε, με το κασκέτο το αλλόκοτο, στην κεφαλή του, έμοιαζε σαν αρχάγγελος, ψυχοπάρτης.΄Υψωσε το δεξί του χέρι, ως ρομφαία, και αυστήρα πρόσταξε:

–Δέσποτα φύγετε τώρα. Είστε, “persona non grata”, για κλάματα και μολύνετε τον τόπο αυτό! Σας παρακαλώ αδειάστε μου τη γωνιά.

Ο Μητροπολίτης, σηκώθηκε, κι ακολουθούμενος από τα υποτακτικά του, που για μια στιγμή, πήγαν να κάνουν τον νταή, μα δεν φτούρισαν, αφού ο Κορνήλιος ήδη κρατούσε τη μαγκούρα του, στο χέρι, έτοιμος να κατασπαράξει τους πάντες. Έφυγε κακήν- κακώς ,ο θεόπνευστος αρχιερέας..

Συγχίστηκε,ο καημένος, ο Κορνήλιος. Μπήκε μέσα στο ναϊδριο κι άρχισε να μονολογεί με το Θεό!
–Τάδες Κύριε! Είδες το κοθόνι σου, αυτόν που Σε εκπροσωπεί, τι είπε; ΄Εκανες πολύ κόπο για να βρείς αυτόν το χαλβά;

–Σούτ,μη λές κακές λέξεις… του παρατήρησε ο Κύριος.

Ο Κορνήλιος αντέδρασε αυτόματα:

–Κακές λέξεις δεν υπάρχουν Κύριε. Κακά, διεστραμένα μυαλά, πολλά και να με συμπαθάς, δεν τά’φτιαξα εγώ! Έτσι; Πες μου Κύριε, μ΄αυτόν τον τύπο, τι πρέπει να κάνω;

Πάλι, ένας εκπρόσωπός Σου, μου βγαίνει μπροστά και θέλει να με διώξει, αυτή τη φορά, από το Μοναστήρι ΜΟΥ, το ησυχαστήριο ΜΟΥ. Κάλα, αλλά κι εδώ δεν αρέσω στους ρασοφόρους Σου; Φυντανάκια όλοι τους, έτσι; Σπείρα! Ε;

Θα φέρουν λέει και το Νόμο, αστυνομία, για να με διώξουν!

–Κορνήλιε, Κορνήλιε αποχάνεσαι. Δεν είναι δικοί μου Νόμοι αυτοί! Εσείς τους φτιάξατε εκεί στη Γή… Γι αυτό τρώγεστε μεταξύ σας! Εγώ έδωσα μόνο δέκα εντολές, αν και κανονικά

έπρεπε να σας δώσω μόνο μία: Νάχετε αλληλοσεβασμό μεταξύ σας και ν΄αγαπάτε αλλήλους.. Δεν χρειάζονται πολλοί Νόμοι. Αλλά εσείς, μου τα κάνατε όλα βίδες, το παραξηλώσατε, μωρέ κουτεντέδες με τους Νόμους, την Νομοπαραγωγή!!

–Κύριε, μ΄όλο το σεβασμό, δεν παρατάς τη λαχανοφιλοσοφία; Τάχουμε ξαναπεί αυτά, χίλιες φορές μεταξύ μας. Εδώ στο προκείμενο, πες μου τι κάνω; Δεν κάθεσαι ήσυχος ποτέ κι όλο ιστορίες μου δημιουργείς! Δεν μ΄αφήνεις σε χλωρό κλαρί! ΄Ολο απόρριψη και διώξιμο δέχομαι! Μήπως με βαρέθηκες; Πες το μου, να τελειώνουμε πιά. Κουράστηκα από τις κλωτσοπατινάδες!

–Κορνήλιε, χάνεις τον έλεγχό σου.Εγώ δεν μετέχω στις ανθρώπινες κουτσουκέλες…Μόνοι σας τα κάνατε σαλάτα, φάτε την ! Τι ρωτάς εμένα; Αλλά πες μου, γιατί μπήκες σε κτίσμα που δεν ήταν δικό σου; Είναι σωστό αυτό;

–Α, για κάτσε καλά! Και τι είναι δικό μας πάνω, σε τούτη τη γη, αφέντη μου; Και σ΄ένα δέντρο κάτω να πάω, θα μου πει ότι η σκιά του, είναι δική του και δίκαια! Που να βάλω το κεφάλι μου αν, και όπως ξέρεις, εγώ δεν γουστάρω νάχω τίποτε δικό μου και να το κάνω, σάμπως, τι; Το κεφάλι μου κάπου δεν πρέπει κι εγώ να βάλλω; Άσε τις κοτσάνες! Και με το συμπάθειο, βέβαια, Κύριε! Πες μου πια τι κάνω με τούτον τον παπά σου; Μου έστειλε απειλητικό τελεσίγραφο. Παραδίδομαι; Ξεβρακώνομαι; Τι κάνω; Πάω να πελαγώσω!

Απάντηση δεν πήρε.΄Οταν δεν άκουε την φωνή του Κυρίου, ήξερε πως θα περίμενε τα χειρότερα. Και πως έπρεπε να τα βγάλει πέρα μόνος του,ο δύστυχος!

Δυό μέρες αργότερα, κατέπλευσε στο Μοναστήρι, περιπολικό της Αστυνομίας. Του λένε πως, κατά το νόμο, οφείλει να εγκαταλείψει την Μονή, διότι δεν είναι ιδιοκτησία του!

–Δεν ισχυρίστηκα κάτι τέτοιο! Αλλά ποιανού είναι;

–Της Μητροπόλεως, είπαν τα αστυνόμια!

–Λάθος, λεβεντόπαιδα. Κανενού δεν είναι, ούτε δικιά μου ιδιοκτησία, ούτε του Αρχιτράγου που σας έστειλε εδώ! Αλλά για να ξέρετε, ιστορικά,δεν ήταν ιδιοκτησία ούτε κι αυτωνών που πρωτοδημιούργησαν, τη Μονή! ΄Ηρθαν εδώ, τα χρόνια εκείνα, την άραξαν για να δοξάζουν το Θεό.΄Ετσι απλά! Οι κτήτορές, ή οι διάδοχοί της μονής, την παράτησαν στο έλεος και βρέθηκα εγώ σήμερα, να την περιποιούμαι, να την αναζωογονώ!!!

Ερήμωση, θέλετε, ή ζωή; Διώξτε λοιπόν τη ζωή!

–Εμάς δεν μας νοιάζει… Εκτελούμε εντολές. Είμαστε αναγκασμένοι να σας απομακρύνουμε. Κάνατε κατάληψη!

Σας δίνουμε διορία δύο ημερών για να φύγετε, διότι διαφορετικά θα ξανάρθουμε και θα αναγκαστούμε να σας εξώσουμε, βιαίως!

–Με αυτό το πλευρό να κοιμάστε! είπε ο Κορνήλιος και τους έδειξε την πόρτα!

Την τρίτη μέρα ,κατά τας Γραφάς, η μονή της Αγίας Τριάδας φωτίζονταν εκτυφλωτικά. Είχε λαμπαδιάσει, καίγονταν.Μα επειδή ήταν πολύ μακρυά από τα γύρω χωριά κανείς δεν πρόλαβε να φτάσει εγκαίρως για την κατάσβεση της φωτιάς. Το μοναστήρι είχε γίνει στάχτη. Κυριολεκτικά εξαφανίστηκε από προσώπου γης.

Η κρατική έρευνα που επακολούθησε, όπως συμβαίνει σε τέτοια περιστατικά, δεν κατέληξε πουθενά. Βρήκαν τα απανθρακωμένα κουφάρια της κατσίκας, του γουρουνιού, των ορνιθίων, μα κανένα ίχνος του Κορνηλίου.΄Αφαντος, λες κι άνοιξε η γής και τον κατάπιε! Το πιο περίεργο, απ΄όλα ,ήταν ότι δεν βρέθηκε μήτε ένα κομματάκι από το αυτοκίνητο, την παλαιά Σιτροέν, που είχε ο Κορνήλιος.

Κανείς δεν μπορούσε να δώσει μιά λογική εξήγηση.Το μυστήριο φούντωνε, και φυσικά, με τις αναπόφευκτες διαδόσεις, που κυκλοφορούσαν από στόμα σε στόμα.

΄Αλλοι, λέγανε, πως τη φωτιά την έβαλε, τσαντισμένος ο Κορνήλιος, και την κοπάνησε! Μάλιστα κάποιος επέμενε, πως είδε τη “Σιτροέν” να κατηφορίζει στον Εθνικό δρόμο, μα κανείς δεν τον έπαιρνε στα σοβαρά, έστω κι αν ορκίζονταν στα πεθαμένα του.

΄Αλλοι ισχυρίζονταν ότι έπεσε αστροπελέκι, κεραυνός, από τον ουρανό που κατέκαυσε τα πάντα.

Κάποιες γριούλες, ερμηνεύοντας την μυστηριώδη εξαφάνιση του Κορνήλιου, επέμεναν πως πρόκειται περί θαύματος και πως αυτός, αναλήφθηκε στους ουρανούς, γιατί ήταν… “άγιος άνθρωπος”! ΄Ετσι λέγανε.

–Και το αυτοκίνητό του, αναλήφθηκε κι αυτό; Δηλαδή θάχουμε και ιπτάμενα αυτοκίνητα εν ουρανοίς, στη Βασιλεία των Ουρανών;

Τέλος πάντων, ο καθείς έλεγε το κοντό και το μακρύ του. Επίσημα τίποτε δεν είχε μαθευτεί. Μυστήριο.

Εκείνο, όμως, που τους μπέρδευε ακόμη πιο πολύ, ήταν πως γύρω- γύρω, κυκλικά από το καμένο μοναστήρι, σαν ένα στεφάνι, είχαν εμφανιστεί αμέτρητες χελώνες, που έμοιαζαν δακρυσμένες όπως βεβαίωναν οι τσομπαναραίοι που τις ανακάλυψαν, αν κι ο Κορνήλιος, όταν τις καρατομούσε νέος, δεν είχε δει ποτέ το δάκρυ τους.

Τι στο καλό συνέβαινε εκεί, κι έτσι ξαφνικά παρουσιάστηκαν τόσες πολλές χελώνες, δακρύζουσες, που κανείς πριν στην περιοχή, δεν είχε μεταδεί μήτε μιά χελώνα;

ΑΠ.ΒΡΑΧΙΟΛΙΔΗΣ

Γράφτηκε στις 25 Δεκεμβρίου, μέρα Χριστουγέννων του έτους 2001

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s