ΒΡΑΒΕΙΟΝ ΗΘΟΥΣ

ΒΡΑΒΕΙΟΝ ΗΘΟΥΣ

Διήγημα του ΑΠ.ΒΡΑΧΙΟΛΙΔΗ

O πασίγνωστος δημοσιογράφος Ιάσων Γαζής ήταν ριγμένος πάνω στο γραφείο του και πάλευε με όλο εκείνο το χαρτομάνι και τη γνώριμη ακαταστασία που χαρακτηρίζει τη σπουδαιοφάνεια τέτοιων αμφιλεγόμενων τροβαδούρων του δημόσιου βίου, όπως, καλή ώρα οι δημοσιογράφοι τους οποίους όλοι εγκρίνουν, θαυμάζουν κι όλοι απολακτίζουν ευγενώς και πολύ συχνά με οργή.

΄Ήξερε τι έπρεπε να κάνει, μα όλες οι κινήσεις του πρόδιδαν πως είχε αποχαθεί μέσα σε εκείνη τη στοίβα των χειρογράφων που έπρεπε να ξαναδιαβάσει, να διορθώσει, να πετάξει-αν ήταν αναγκαίο-ποιες φωτογραφίες να διαλέξει από το μάτσο που είχε μπροστά του και που θα στόλιζαν τα άρθρα και κοντολογίς … ήταν αποχαμένος, βιούσε πάλι ένα χάος. Δεν τον ένοιαζε ιδιαίτερα. Γνώριζε πως άμα έφτανε το μεσονύχτι, θα είχε πια ξεμπερδέψει, κι αύριο, εκτός απροόπτου,η έκδοση θα προχωρούσε στους γνώριμους ρολογίστικους ρυθμούς της.

Ο Ιάσων Γαζής, αρχισυντάκτης στην εβδομαδιαία εφημερίδα “ΠΑΡΑΤΗΡΗΤΗΣ”, όπως κι όλοι οι άνθρωποι του σιναφιού του, ήταν εξασκημένος στην αντιμετώπιση του χάους και της αέναης πάλης με εκείνα τα θλιβερά ζουζούνια, όπως είναι οι ιδέες, οι λέξεις κι ένα σωρό άλλα βασανιστικά, που μπερδεύουν, μαστιγώνουν το μυαλό. Στο τέλος, λες από μαγείας, όλα αυτά τα “ιδανικά” κατά την νεότητά του, ως ρεπόρτερ, και σίγουρα “τελείως χαζά” όπως τά’βλεπε σήμερα, τα παλαμάριαζε, τα μάγκωνε, με την τριαντάχρονη πείρα του στο κουρμπέτι,και στο τέλος, όλα τσουλούσαν μια χαρά και κατά τις προσδοκίες του.

Για ανεξήγητους λόγους, όλη αυτή τη δουλειά δεν την έκανε στο γραφείο της εφημερίδας, αλλά σπίτι του. Αφού έδινε τις δέουσες εντολές στους συνεργάτες του, φούσκωνε την τσάντα του, με όλο το υλικό προς επεξεργασία και τό’σκαγε για το “στρατηγείο”του, όπου εκεί χωρίς φωνές και τους γνωστούς εκνευρισμούς που κυριαρχούν στα δημοσιογραφικά γραφεία, ρίχνονταν στη δουλειά ανενόχλητος, με την άνεσή του και με πλήρη διαύγεια διεκπεραίωνε τα απαραίτητα.

Ανακάθισε στη βαθιά πολυθρόνα του. Ύψωσε το κεφάλι του.Έριξε μια ματιά πάνω στο ακατάστατο γραφείο του,που έπαιρνε άλλη διάσταση με το προσπίπτον φως του πορτατίφ.

Τα βιβλία στοιβαγμένα σε ντάνες ολόγυρα στο μεγάλο σκαλιστό γραφείο, πανομοιότυπο με κείνο που είχε η βασίλισσα Αμαλία. Κάτω στο πάτωμα εφημερίδες και περιοδικά, στα οποία έπρεπε, τουλάχιστον, να ρίξει μια ματιά, και πιο εκεί ένας όγκος από την καθημερινή αλληλογραφία, από την οποία επίσης ήταν αναγκαίο να πάρει μια γεύση. Σκέτη τρέλα, μια ανακατωσούρα, όπου, εν ολίγοις, έχανε η μάνα το παιδί και το παιδί τη μάνα.

–Μη μου τους κύκλους τάραττε, φώναζε στη γυναίκα του , αν διαπίστωνε την παραμικρή μετακίνηση κάποιου αντικειμένου απ΄το παλαβό χαρτοβασίλειό του.

–Χριστιανέ μου, θα σε φάει η σκόνη, τι κατάντια είναι αυτή, τι αταξία.. άμα πια!

–Να τ’ αφήσεις έτσι! Μπορεί εσύ να το λες αταξία, αλλά όλα είναι σε τάξη. Ξέρω πού θα βρω το κάθε πράμα. Η παραμικρή μετακίνηση, όποιου αντικειμένου, με πελαγώνει, μ΄ απορυθμίζει. Πώς να σου το πω; Ας με φάει η σκόνη, αν και για την ακρίβεια, εγώ την τρώω. Της παρατηρούσε αυστηρά και ελαφρώς θυμωμένος.

Την μαλάκωνε, ωστόσο, κάπως με την υποσχετική πως σήμερα αύριο, μόλις τέλειωνε η δουλειά, θα της έκανε το χατίρι να συγυρίσει το γραφείο, μα αυτό το σήμερα-αύριο έπαιρνε τουλάχιστον ένα μήνα. Δεν βαριέσαι, τον είχε μάθει και δεν παρεξηγιόταν κι αυτή.

Το τασάκι με τα αποτσίγαρα πάλι, χωρίς να το πάρει χαμπάρι, είχε παραφουσκώσει. Το ποτήρι, εκεί σιμά, με το ουίσκι ήταν ήδη πατωμένο.

΄Έπιασε την μπουκάλα δίπλα του και ξαναγέμισε το ποτήρι. Τσιγάρο και ποτό αποτελούσαν τη μόνιμη παρέα του, μια καταφυγή “τεχνικής φύσεως” έλεγε, όταν οι άλλοι του πέταγαν τη μομφή ότι “είναι εξαρτημένο άτομο και ότι δεν μπορεί να κάνει χωρίς τσιγάρο και ποτό”.–Δεν μπορείτε να καταλάβετε, εξηγούσε. Είναι… τεχνικό το θέμα! Μπορεί να λέτε ό,τι θέλετε. Εγώ με τσιγάρο και ποτό ισορροπώ! Βρίσκομαι σε πλήρη αρμονία με τον εαυτό μου και σε σχέση με όλους τους εξωτερικούς παράγοντες.

Τι το ψάχνετε; ΄Ο καθένας βολεύεται όπως θεωρεί καλύτερα.

Εγώ βγάζω, παράγω δουλειά μ΄ αυτά!

–Ναι, αλλά άμα πίνεις, σου ανεβαίνουν τα νεύρα.. Πειράζεσαι με το παραμικρό, του παρατηρούσε μόνιμα η γυναίκα του, η οποία κυκλοφορούσε στα διπλανά δωμάτια, μην τολμούσα να διαβεί το άντρο της “δημιουργίας του”, εκτός από τις ώρες που απουσίαζε, προσέχοντας πάντα να μη διαταράξει την ακαταστασία του “στρατηγείου” του κυρίου Ιάσονα Γαζή.

–Γι’ αυτό κι ευλογώ τον οίνο, αν και τον είχε ευλογήσει πιο πριν ο Κύριος Ημών.. Ο οίνος αυξάνει τις ευαισθησίες του ανθρώπου. Τον κάνει να βλέπει πράματα, που σε καμιά άλλη περίπτωση δεν θα’ βλεπε, απαντούσε αυτός, αυτάρεσκα και χαιρέκακα μαζί.

–Μ΄ αυτό το πλευρό να κοιμάσαι! του απαντούσε η κυρία Σεβαστή. ΄Όνομα και πράμα.

Χούφτωσε το ποτήρι και κατέβασε μια γερή γουλιά ποτού. Με το κεφάλι ανυψωμένο, η ματιά του πέρασε όλα τα ντουβάρια που τον έζωναν. ΄Ένα κάρο κορνίζες με φωτογραφίες από το χτες, καρφωμένες ομολογουμένως με αρχιτεκτονική χάρη γύρω- γύρω.

Αυτός, με σπουδαία προσώπατα, ντόπια και ξένα. Πολιτικοί, βεντέτες, κινηματογραφικοί αστέρες. Δηλαδή περίπου τρίχες, έκρινε σήμερα. Στα νιάτα του, ως δεινός ρεπόρτερ, τους καταδίωκε αγρίως. Σήμερα τούς έχει κρεμασμένους στο ντουβάρι. Εφιαλτικές εικόνες δημοσιογραφικών “επιτυχιών” από το χθες.

Γιατί τους είχε συνάξει όλους αυτούς εκεί στο “στρατηγείο”του;Να τον συντροφεύουν στις μοναξιές του; Να του θυμίζουν τις κοτσάνες που συνέλεξε απ΄ αυτούς με τις συνεντεύξεις τους;

Είχε μοναξιές ένας άνθρωπος δράσης, όπως ο Ιάσων Γαζής; Μήπως είχε λοξέψει;

Χαμογέλασε πικρά.

Όλα είναι μια ανοησία, μια αυταπάτη. Ένα παιχνίδι σκέτης κουταμάρας. Τι τάχα έγινε που είχε συναντηθεί με τόσους σπουδαίους; Οι σπουδαίοι ήθελαν να κάνουν το κομμάτι τους κι αυτός απλά, εντελώς πεζά, ήθελε να βγάλει μεροκάματο, μα και ταυτόχρονα, δίπλα στους σπουδαίους, να κλέβει κατιτίς για το δικό του άστρο, το επαγγελματικό σκαρί του.”

Σούφρωσε στυφά, καθώς στα ντουβάρια του γραφείου ξανάβλεπε, για χιλιοστή φορά, τα πρόσωπα που είχαν συνδεθεί με την καριέρα του.

“Σχέτες καρικατούρες, άνευ σημασίας” συμπέρανε και τού’ ρθε πάλι ξανά η διάθεση να τις ξεκρεμάσει, να τις εξαφανίσει παντελώς, διότι τώρα πια τον εξενεύριζαν κιόλα. Μα συνεχώς ανέβαλε την αποκαθήλωση τους. ΄Ίσως γιατί, στο βάθος, του άρεσε να ακούει θαυμαστικά λόγια από τους επισκέπτες , που συχνά-πυκνά του κουβαλιόνταν εκεί: “ Ώστε, συνάντησες κι αυτό το μεγαθήριο;… Τι λες, ρε παιδί μου, κι αυτήν; Είσαι αθεόφοβος τελικά!”.

΄Ίσως γι’ αυτά, κι άλλα,ο Ιάσων Γαζής ανέβαλε την καταβαράθρωση των φαντασμάτων που τον περιέβαλλαν εκεί στο γραφείο του. “Συζούσε” μαζί τους χρόνια και χρόνια, αντέχοντας ακόμη και το συνεχές σκούξιμο της γυναίκας του, ότι με το φουμάρεμά του, με το τσιγάρο, τα “ντουβάρια είχαν κιτρινίσει και οι κορνίζες είχαν αφήσει ανεξίτηλα τα αποτυπώματά τους και πως το δωμάτιο θα χρειάζονταν νέο βάψιμο…”

Μετά τη γερή ρουφηξιά ποτού, άναψε ένα τσιγάρο, ανάσανε γερά ,τραβώντας μέσα στα σωθικά του τον ταμπάκο, δοξάζων τον Ύψιστο που… δώρισε στον άνθρωπο μια τέτοια υπέρτατη απόλαυση. Αφηρημένα κοιτούσε ταυτόχρονα τον όγκο της δουλειάς που τον ανέμενε.

Πασπάτευε δώθε-κείθε ανάμεσα στα άρθρα, τα ρεπορτάζ, τις επιφυλλίδες, τις κριτικές και κατά το συνήθειό του, τα μεν προς άμεση δημοσίευση, τα’ βαζε στη δεξιά του πλευρά, τα δε προς επανεξέταση , στην αριστερή, ενώ τα προς απόρριψη, τα πέταγε κατευθείαν στο καλάθι των αχρήστων, το οποίο κυριολεκτικά βογκούσε, προκαλώντας την δίκαιη αγανάκτηση της κυράς του,η οποία, εκτός από το να υποφέρει τις λόξες του, ήταν αναγκασμένη, από πάνω να κουβαλάει όλο το σκουπιδαριό του προς τον τενεκέ-κάδο του Δήμου.

Κάποια στιγμή, εκεί που βόλευε την ύλη που θα δημοσιεύονταν στο επόμενο τεύχος της εφημερίδας του, ξάφνου τσίτωσε με ξεχωριστό ενδιαφέρον, την προσοχή του, στην είδηση που μετέδιδε η τηλεόραση, που την είχε πάντα κι αυτή δίπλα, σαν ένα τρίτο στοιχείο εξάρτησης, κοντά στο τσιγάρο και το ποτό.

Χωρίς αυτά τα τρία, ο Ιάσων Γαζής, δεν ένιωθε καθόλου βολικά. ΄Έμοιαζε σαν τη μύγα μέσα στο γάλα. Δεν παρακολουθούσε τηλεόραση. Αλλά την είχε δίπλα του, σαν εργαλείο που τον συνέδεε με τον υπόλοιπο κόσμο, έστω ακουστικά. Όπου νόμιζε ότι το θέμα που έθιγε η τηλεόραση ήταν ενδιαφέρον, φρενάριζε ελαφρώς ,άκουε και μετά από λίγα δευτερόλεπτα, συνέχιζε τη δουλειά του.

Η ενημέρωση γι αυτόν τον πολύπειρο δημοσιογράφο ήταν όπιο. Δεν μπορούσε χωρίς αυτό. ΄Όχι μόνο όργανο δουλειάς, αλλά και πυξίδα ζωής. Καμιά φορά χαίρονταν τους ανθρώπους που είχαν τέλεια άγνοια για τα τρέχοντα. Ήσαν τόσο αγαθοί, νηφάλιοι, χαρούμενοι, ξένοιαστοι, κι ενώ δεν μπορούσε να τους κατανοήσει μεν, στο τέλος παραδέχονταν πως έμοιαζαν ευτυχέστεροι απ΄ αυτόν..

Ωστόσο δεν μπορούσε να κάνει πίσω. Να αλλάξει τρόπο ζωής. Η γνώση των πάντων ήταν μια οδυνηρή έξης, την ώρα που η αγνωσία σε άλλους ήταν στάδιο υπέρτατης ευτυχίας. Το ποτάμι τον τράβαγε στα κάτω. Να γυρίσει πίσω ούτε κατά διάνοια. Αδύνατη προοπτική. Το κεφάλι του ήταν κατάφορτο από γνώσεις. Πώς να τις διώξει και να γίνει ξανά ένα άδολο, αλαφρό, καθάριο, αμπόλιαστο από τη λέπρα της γνώσης, πλάσμα;

Άκουσε από την τηλεόραση την είδηση:

“Σήμερα απονεμήθηκαν τα βραβεία δημοσιογραφίας της χρονιάς από το Ίδρυμα Τύπου.”

Το πρώτο βραβείο σε κείνο… για το δείνα το άρθρο του.

Το δεύτερο στον άλλο, για την κοινωνική έρευνα τάδε που έκανε. Και ξάφνου ακούει εκείνο που τον έκανε να του σηκωθούν οι τρίχες.

— “Βραβείο ήθους απονέμεται στον κ. Παντελή Αθανασίου. Και ρεγάλο για το ήθος που επέδειξε στην σταδιοδρομία του, πεντακόσια χιλιάδες φράγκα!”

Ο Ιάσων Γαζής τινάχτηκε. Ταρακουνήθηκε. Τι άκουγε;

Οι τρίχες του είχαν, ξαφνικά, γίνει κάγκελο.

Άρχισε να σκούζει; “ Μα τι χαζά πράματα είναι αυτά… Βραβείον ήθους”,σε ποιον; Στον Παντελή! Θεέ και Κύριε! Παλάβωσαν εκεί στο Ίδρυμα Τύπου;” Μουγκάνιζε, ως τρελή αγελάδα, ο Ιάσων Γαζής.

–Από πού σάμπως βγαίνει το ήθος; ΄Έχει τρία-τέσσερα παιδιά και παράτησε τη γυναίκα με την οποία τά΄φτιαξε , για να πάει με άλλη.. είναι ήθος αυτό;

–Μη φωνάζεις, βρε κουτεντέ! Το βραβείο του το δώσανε για τη δημοσιογραφική του ιστορία… πετάχτηκε από την άλλη κάμαρα η γυναίκα του Ιάσονα…

–Τ’ άκουσες, καλή μου κι εσύ; Τ’ άκουσα βέβαια, μα δεν παλαβώνω κιόλας, όπως η αφεντιά σου! Ο άνθρωπος στη δημοσιογραφική του πορεία επέδειξε ήθος, κι αυτό βράβευσε το Ίδρυμα!

–Είσαι με τα καλά σου; Καταλαβαίνεις τι λες; Δηλαδή, άλλο ήθος έχουμε στη δημοσιογραφία, κι άλλο στ΄ άλλα γήπεδα της ζωής μας;

–Φαίνεται πως έτσι γίνεται!

–Μα το ήθος είναι παντού και πάντα το ίδιο! διαμαρτυρήθηκε σθεναρά ο Ιάσων.

–Μη σχοινοβατείς, αγαπητέ μου! Αυτός πήρε το βραβείο κι εσύ μείνε με το αγγουράκι στον πισινό, και με το συμπάθιο!

–Θεωρείς ότι για προσωπικούς λόγους γνοιάζομαι;

–Ασφαλώς και δεν μου πέρασε μια τέτοια προσβλητική ιδέα. Σε ξέρω από τα γεννοφάσκια σου, ξέρω πώς αντιδράς! Απλά λέω πως μάλλον θα΄ χεις πιει παραπανίσιο ουίσκι και λες τα όσα λες. Τι σε κόφτει εσένα αν πήρε βραβείο ο Παντελής;

–Καλά, παράτα τις βλακείες. Ξέρεις πως είτε πίνω, είτε όχι , ίδιος είμαι…Για πες μου, αυτόν τον Παντελή τον θυμάσαι;

–Και βέβαια, τον θυμάμαι, καλέ μου! Δόξα τω Θεώ, ακόμη έχω γερή μνήμη! Εδώ, σπίτι μας, δεν κουβάλαγες τον λεγάμενο; Απ΄ το χωριό σου δεν ήτανε, αν θυμάμαι καλά….;

–Ναι, πανάθεμά με! Δεν σου ξεφεύγει τίποτε! θαύμασε την μνήμη της κυράς του, γιατί αυτό το όνομα Παντελής Αθανασίου, ήταν καταχωνιασμένο κάπου τριάντα και βάλε χρόνια στο παρελθόν! Το θυμήθηκε όμως η ατιμούλα.

Άρχισε να σκούζει; “ Μα τι χαζά πράματα είναι αυτά… Βραβείον ήθους”, βρε σε ποιον; Στον Παντελή! Θεέ και Κύριε! Παλάβωσαν εκεί στο Ίδρυμα Τύπου;” Μουγκάνιζε, ως τρελή αγελάδα, ο Ιάσων Γαζής.

–Από πού σάμπως βγαίνει το ήθος; ΄Έχει τρία-τέσσερα παιδιά και παράτησε τη γυναίκα με την οποία τα΄ φτιαξε ,για να πάει με άλλη.. είναι ήθος αυτό;

–Μη φωνάζεις, βρε κουτεντέ! Το βραβείο του το δώσανε για τη δημοσιογραφική του ιστορία… πετάχτηκε από την άλλη κάμαρα η γυναίκα του Ιάσονα…

–Τ’ άκουσες, καλή μου κι εσύ; Τ’ άκουσα βέβαια, μα δεν παλαβώνω κιόλας, όπως η αφεντιά σου!

Ο άνθρωπος στη δημοσιογραφική του πορεία επέδειξε ήθος, κι αυτό βράβευσε το Ίδρυμα!

–Είσαι με τα καλά σου; Καταλαβαίνεις τι λες; Δηλαδή, άλλο ήθος έχουμε στη δημοσιογραφία, κι άλλο στ΄ άλλα γήπεδα της ζωής μας;

–Φαίνεται πως έτσι γίνεται!

–Μα το ήθος είναι παντού και πάντα το ίδιο! διαμαρτυρήθηκε σθεναρά ο Ιάσων.

–Μη σχοινοβατείς, αγαπητέ μου! Αυτός πήρε το βραβείο κι εσύ μείνε με το αγγουράκι στον πισινό, και με το συμπάθιο!

–Θεωρείς ότι για προσωπικούς λόγους γνοιάζομαι;

–Ασφαλώς και δεν μου πέρασε μια τέτοια προσβλητική ιδέα. Σε ξέρω από τα γεννοφάσκια σου, ξέρω πώς αντιδράς! Απλά λέω πως μάλλον θα΄ χεις πιει παραπανίσιο ουίσκι και λες τα όσα λες. Τι σε κόφτει εσένα αν πήρε βραβείο ο Παντελής;

–Καλά, παράτα τις βλακείες .Ξέρεις πως είτε πίνω, είτε όχι , ο ίδιος είμαι…Για πες μου, αυτόν τον Παντελή τον θυμάσαι;

–Και βέβαια, τον θυμάμαι, καλέ μου! Δόξα τω Θεώ, ακόμη έχω γερή μνήμη! Εδώ, σπίτι μας, δεν κουβάλαγες τον λεγάμενο; Απ΄ το χωριό σου δεν ήτανε, αν θυμάμαι καλά;

–Ναι, πανάθεμά με! Δεν σου ξεφεύγει τίποτε! θαύμασε την μνήμη της κυράς του, γιατί αυτό το όνομα Παντελής Αθανασίου, ήταν καταχωνιασμένο κάπου τριάντα και βάλε χρόνια στο παρελθόν! Το θυμήθηκε όμως η ατιμούλα.

Στη μνήμη του τού’ρθαν τα παλιά. Ο “βραβευθείς για το ήθος του” ήταν δικό του δημοσιογραφικό παιδί!

Ξέρετε, οι παλιοί δημοσιογράφοι-όχι όλοι, μα εκείνοι που δεν έχουν να φοβηθούν τίποτε κι από κανέναν- έχουν το περίεργο καπρίτσιο να επεξεργάζονται τα νέα φιντάνια της δημοσιογραφίας και τα περιθάλπουν, τα βοηθάνε να κάνουν τους πρώτους βηματισμούς στη δύσκολη αυτή δουλειά, όπως μπορούν.

΄Έτσι κάπως έλαχε κι ο Παντελής στο διάβα του Ιάσονος Γαζή.

Δεν του έλαχε, όπως λαχαίνουν , όλοι οι άλλοι υποψήφιοι συντάκτες.

Αντίθετα ο Γαζής τον άρπαξε από τα μαλλιά και τού’ πε ορθά κοφτά: “Σκάσε, μη μιλάς και θα σε κάνω εγώ δημοσιογράφο!”

Πώς και γιατί αντέδρασε έτσι, δεν θυμάται. Έτσι, του κατέβηκε εκείνη τη στιγμή.

“Αυτό το παλικαράκι είπε, θα το βοηθήσω, ο κόσμος να χαλάσει!”

Τέτοια καλαμπούρια δεν συμβαίνουν στα δημοσιογραφικά γραφεία, όπου ο ένας φθονεί τον άλλον και τα τζόβενα, άλλοι τα βλέπουν σαν μελλοντικούς ανταγωνιστές τους κι άλλοι σαν χρηστικά αντικείμενα, που τα παίρνουν δίπλα τους για μεγάλα διαστήματα σαν ορντινάτσες,β βοηθούς και “παιδιά για παν θέλημα”. Τελικά δεν τ’ αφήνουν σε χλωρό κλαρί!

΄Όμως, ο Ιάσων Γαζής ήταν από άλλο πλανήτη…Αν μπορούσε να βοηθήσει κάποιον το’ κανε, χωρίς πολλή φασαρία, χώρια που τσακώνονταν αγρίως , αν έβλεπε άλλους συναδέλφους του να σαμποτάρουν τα νέα βλαστάρια. Χιμούσε απάνω τους, έτοιμος να τους κατεβάσει το τραπέζι στην κούτρα για τις αθλιότητές τους, όπως χαρακτήριζε τις ενέργειές τους σε βάρος των νέων ευελπίδων της δημοσιογραφίας.

Ουρανοκατέβατα, εκ του πουθενά, του εμφανίστηκε ο Παντελής κι αυτός, χωρίς να συνειδητοποιεί τι ακριβώς κάνει, του υποσχέθηκε να τον κάνει δημοσιογράφο, “αρκεί να μην έκανε του κεφαλιού του και να τον άκουγε, χωρίς τσιριμόνιες.”

Κουφαμάρες, εκ πρώτης όψεως, μα έτσι έγινε το πράμα.

Ο Παντελής Αθανασίου, υιός εκδοροσφαγέως από ακριτική περιοχή, αναζητών την τύχη του για να στήσει το μέλλον του, στόχευε να γίνει χωροφύλαξ, αστυνομικός, υπενωμοτάρχης.. Κουβαλήθηκε στην Αθήνα , όπου γίνονταν οι εξετάσεις. Καλού-κακού, κάποιοι κολλητοί του εκδοροσφαγέα πατρός του τον εφοδίασαν και με τις απαραίτητες συστάσεις, ώστε αν δεν πετύχαινε στις εξετάσεις, να μπορούσε “με μέσον” να ενταχθεί εις το ένδοξον σώμα της Ελληνικής Χωροφυλάκας…

΄Ένα από τα ονόματα αυτά, άγνωστον πώς και διατί , ήταν και του Ιάσονος Γαζή. Βεβαίως ήταν πάνφημος δημοσιογράφος και εντελώς συμπτωματικά, συντοπίτης του εν λόγω και βραβευμένου για το ήθος του Παντελή Αθανασίου.

Οπότε, ο Παντελής καταπλεύσας στην Αθήνα, με φουσκωμένες ελπίδες μια και δυο, όπως συμβαίνει με τα αγνά ελληνικά ήθη, μπουκάρει στο γραφείο του ευκλεούς αρχισυντάκτου Γαζή.

–Κάντε κάτι, κ. Γαζή, να μπω στη Σχολή Χωροφυλακής είχε ζητήσει ο νέος, με τα ροδοκόκκινα, εύρωστα μάγουλα.

Ο Γαζής χαζοβιόλης, όπως όλα τα πετεινά της δημοσιογραφίας, δεν τον κακοκάρδισε. Τον αντιμετώπισε ψύχραιμα, ειλικρινά και με διάθεση έντιμης συμπαράστασης.

Αλλά ο Παντελής ήταν σκράπας. Δεν έφερε έστω τα τυπικά μόρια που απαιτούσαν οι σχολές της Χωροφυλάκας. Σε όλα τα επίπεδα τα σκάτωσε, ούτως ειπείν, στις εξετάσεις. Σκέτος κουμπούρας, μ΄ άλλα λόγια.

Κατσούφης και πλήρης απογοήτευσης, ξανακουβαλήθηκε στο γραφείο του κ. Γαζή. Το και το , είπε.

Σκέτη απελπισία. Νεανική κι εύλογη. Και τώρα τι κάνει;

Θα μπορούσε ο Ιάσων Γαζής να του πει … “να πάει να πνιγεί και να γίνει ό,τι θέλει”.. Δεν το τράβαγε το τζιγέρι του. Οι δημοσιογράφοι, όταν τους ζητάνε κάτι, ξεβρακώνονται! Αν μπορούν, θα εξυπηρετήσουν.. Κι αν δεν μπορούν, θα προσπαθήσουν! Είναι ένα ακατανόητο χούι. Αν και ασεβείς παντάπασι, μέσα τους ρέει αίμα ιεραποστολικό!

Ο Ιάσων τον έκοψε από πάνω μέχρι κάτω και απλά του είπε:

–Μην τα βλέπεις μαύρα, τίποτε το σοβαρό δεν συνέβη που δεν πέρασες στη σχολή Χωροφυλακής! Θα σε κάνω δημοσιογράφο! Να, μα το Σταυρό!

Το παιδί, γούρλωσε τους οφθαλμούς του!

Άλαλο έμεινε. Περιορίστηκε απλά να χαμογελάσει γελοία.

–Βρε συ, ξέρεις να γράφεις, γιατί άμα ξέρεις, κάτι μπορεί να γίνει, κάτι μπορεί να κάνω για σένα.

–Ναι, ξέρω , είπε ο υιός του εκδοροσφαγέα. Στην έκθεση ήμουν καλός!

–Φέρε μου κάτι γραφτό δικό σου… και χέσε τις εκθέσεις!

Ο Παντελής Αθανασίου του πήγε ένα γραφτό του. Ο Ιάσων το κοίταξε, το ξεσκόνισε πάνω-κάτω και του είπε:

–Φύγαμε, λεβέντη! Θα σε κάνω δημοσιογράφο!.. Αρκεί να μ΄ ακούς, έτσι;

Και τον “έκανε”. Έγινε, όμως, ένας δημοσιογράφος λαπάς. Ούτε που ακουγότανε, ούτε που μπορούσε να κάνει κάτι φανταχτερό, όπως όλοι οι δημοσιογράφοι πασχίζουν και κυνηγάνε.

Τίποτε το κωθώνι. Είχε βολευτεί σε μια εφημερίδα, δεν πείραζε κανέναν, δεν τον πείραζε κανένας. Διότι γενικώς και ειδικώς ατάλαντος, μια κι εξ αρχής το όνειρό του δεν ήταν πέρα από Ενωμοτάρχης της Χωροφυλακής. Κι αυτό μάλλον πολύ τού ήτανε… Γι’, αυτό εξ΄ άλλου, και τον είχαν απορρίψει στις εξετάσεις.

–Μα είναι καλό παιδί, φώναξε από το βάθος η γυναίκα του.

–Και τι πάει να πει αυτό; ΄Ένα καλό παιδί δεν σημαίνει ότι μπορεί να’ ναι και καλός δημοσιογράφος!

–Ναι, αλλά τιμάται με βραβείο ήθους σήμερα,…μην παραλογίζεσαι! Τον αναγνωρίζουν!

–Κάτσε μωρέ, μη λες ανοησίες! Τον έχεις μετακούσει αυτόν τον Παντελή για κάποια δημοσιογραφική του σοβαρή δουλειά; Έχεις διαβάσει κάποιο κείμενό του και να το χαρείς; Αφανής είναι μια ολάκερη ζωή! Ανύπαρκτος!

— Συμφωνώ, μα καλύτερα αφανής και με βραβείο και πεντακόσια χιλιάρικα στην τσέπη, παρά εμφανής ,σαν κι εσένα χωρίς φράγκο… παρατήρησε η κυρία Σεβαστή!

–Κάτσε! Κάτσε καλά γιατί μου τη δίνεις, ε;! Αυτός ο Παντελής Αθανασίου, που τον αγνοούσα τόσα χρόνια, γιατί δεν μου έκανε καμιά δημοσιογραφική αίσθηση, πώς είναι δυνατόν να πάρει “βραβείον ήθους”; Για ποιο είδος… ήθους μιλάμε; Είπες ότι τον θυμάσαι.. Πες μου, από τότε που τον έμπασα στο κόλπο της δημοσιογραφίας, μας πήρε ένα τηλέφωνο, μας έστειλε μια κάρτα, μιαν ευχή για την ονομαστική μας εορτή; Λέγεται αυτό ήθος; Μια ολάκερη ζωή, το τομάρι αυτό τρώει ψωμί, επιβιώνει από δική μου και μόνο πρωτοβουλία και απόφαση και δεν ένιωσε την ανάγκη, μα ούτε μια φορά, να πάρει ,το γκατζιόλι (έτσι λένε τον γάιδαρο στο χωριό που γεννήθηκε) έστω κι ένα τηλέφωνο, να πει μια κουβέντα, έτσι τυπικά.. για να μάθει αν ζω ή αν πέθανα, εγώ που του άνοιξα δρόμους στη ζωή; Μιλάμε για ήθος; Ποιο; Πού΄ντο!

–Μα, αυτόν βράβευσαν οι συνάδελφοί σου! Πρέπει να’ ναι εξέχων και όσο θες, …παραμίλα εσύ!

–Καλά, τι έδωσε αυτός ο σπόρος στη δημοσιογραφία;

–΄Ήθος! Έτσι κρίνανε οι βραβευτές του!

–Αϊ παράτα με, γιατί μού΄ ρθε τώρα στο νου μια άλλη λεπτομέρεια ήθους του βραβευθέντος. Δεν ξέρω, αν θυμάσαι, παλαιά είχα κάνει μια έρευνα για τις πουτάνες …

–Πώς… ου…ου, αν το θυμάμαι, λέει! Είχες και τον Παντελή παραμάσχαλα, ως κωλοσφουγκάριο…Για να μάθει! Για να του διδάξεις, να τον μυήσεις στη δημοσιογραφία εν τη πράξη.. Τέτοιος αδιόρθωτος ήσουνα πάντα!

–Μπράβο, το θυμάσαι, αγαπητή μου. Τον έσερνα στα μπορντέλα της Τρούμπας του Πειραιά, κουβεντιάζαμε με τις παστρικές, μαζώναμε πληροφορίες και όλα τα τέτοια του ρεπορτάζ.. Και ξάφνου, ο Παντελής του… ήθους την αμολάει και πάει με τον παρά στο χέρι και πηδάει εκείνη που πριν από ένα λεπτό μάς έδινε συνέντευξη! Είναι ήθος αυτό επαγγελματικό; Αν γινότανε χωροφύλακας, θα μάθαινε πως σε ώρα υπηρεσίας, μήτε τσιγάρο δε θα κάπνιζε. Κι αυτός, εν ώρα δημοσιογραφικής αποστολής, πήγε και πήδηξε αυτήν που μας παραχωρούσε συνέντευξη! Καταλαβαίνεις, τι ιδέα θα σχημάτισε η κυρία για τους δημοσιογράφους; Εγώ, απόλυτα γελοίος, τον περίμενα στο σαλόνι, μέχρις ότου τελειώσει το πήδημα! Μου είχαν πέσει τα μούτρα. Ένιωθα μια απέραντη ξεφτίλα. Τέτοια κτηνώδης κατάσταση από τον γιο του εκδοροσφαγέα, που απορρίφθηκε μεν από την Αστυνομία, μα για να βραβευθεί, τελικά για το… ήθος του ως δημοσιογράφος! Να γιατί μου έχει σηκωθεί η τρίχα κάγκελο, κυρά -Σεβαστή!

–Μόνον αυτό σου.. σηκώνεται πια! Γιατί του αλλουνού!…έκανε πειρακτικά η γυναίκα του, για να παρατηρήσει αμέσως μετά:

— ΄Έλα, μην κάνεις έτσι! Τέτοια ανθρώπινα χαζά τα’ φαγες με την κουτάλα, και ψοφούσες στα γέλια άλλοτε. Τι σ΄ έπιασε τώρα; Δεν χαίρεσαι που ένα δικό σου μαθητούδι πήρε βραβείο δημοσιογραφίας; Ω, μάλλον, για να λες τέτοια, έχεις παραπιεί αγαπητέ Ιάσονα Γαζή. Εμένα δεν μπορείς να με… γαζώνεις. Φτάνει πια! ΄Όταν πίνεις χάνεις τον έλεγχό σου! του πέταξε κουρασμένα η γυναίκα του!

–Πάψε πια, κυρά μου, δεν μπορώ να ακούω τα ίδια και τα ίδια! Που βλέπεις πως είμαι πιωμένος, ότι έχω χάσει τον έλεγχό μου; ΄Όχι, πες μου;

–Ά, εσύ, είσαι περίεργη περίπτωση! Κι ένα βαρέλι να κατεβάσεις, τη διαύγειά σου τη διατηρείς και η κακομοίρα σταυροκοπιέμαι, συνεχώς διερωτώμενη, από που στην ευχή μας κατέβηκες;

–Άστα αυτά, τα χιλιοειπωμένα, πες μου, έχω δίκιο να σκούζω για την βράβευση του Παντελή; Ρωτάω βλακωδώς, μεν, μα να έτσι, επειδή με τσιγκλάς…

–Σιγά , κύριε Γαζή, παραπήρες φόρα! Γιατί τσαντίζεσαι;

Βραβείο ήθους δεν δώσανε στον Παντελή; Δεν ήταν καλό παιδί;

–΄Ήταν! ΄Άχρωμο και άοσμο κι ακίνδυνο, όμως! Δεν πείραζε κανέναν! Δεν ενοχλούσε ουδένα, περνούσε απαρατήρητος, αυτό λέγεται ήθος; Πρέπει να βραβεύεται ένα τέτοιο πράμα;

Μπορεί να τιμάται η ανυπαρξία; Το μηδέν, το τίποτε; Ο απλός διεκπεραιωτής… ειδήσεων; Δεν είδες τα άλλα βραβεία που δόθηκαν; Σε δημοσιογράφους, που κάτι πρόσθεσαν στη ζωή αυτή: ΄Έρευνες, ρεπορτάζ, επιτυχίες… ΣΚΟΥΠ…

–Έλα, έλα…στενεύεις τη διάσταση των βραβείων…Τα βραβεία ξέρεις γιατί δίνονται… τι χολοσκάς; Γιατί αναστατώνεσαι;

-Ούτε χολοσκάω, ούτε αναστατώνομαι… Διαμαρτύρομαι για ασέλγεια, για βιασμό της δημοσιογραφίας! Να τιμηθεί ο Παντελής, που δεν προσκόμισε κάποιο συγκεκριμένο δημοσιογραφικό κατόρθωμα… Αλλά για το ήθος του, βραβείο; Αυτό είναι τελείως παλαβό. Αυτός, δημοσιογραφικά, είναι φυτό! Πέρασε στη δημοσιογραφία… σαν χωροφύλακας σε αστυνομικό σταθμό! Αθόρυβα. Εκτελούσε εντολές. Κάνε αυτό, κάνε τ’ άλλο… Τέτοιο, πράμα, είδος δεν υπάρχει στη δημοσιογραφία. Ο δημοσιογράφος έχει δική του παντιέρα. Ανοίγει ο ίδιος δρόμους, μα όχι κατ εντολή! Τέτοιο είναι το ήθος του δημοσιογράφου που αντιπροσωπεύει ο Παντελής;

–Τώρα ακριβώς πιάνεις τον τράγο από τα κέρατα μίστερ Τζέϊσον… έκανε ειρωνικά η γυναίκα του.

Ο Ιάσων Γαζής, κάθε φορά που άκουε αυτό το Τζέϊσον, αντί του “Ιάσων” ήξερε πως, η συμβία του, θα του άνοιγε σοβαρότερες ιστορίες στο διάλογό τους.

–Τι εννοείς, καλή μου, με τα… κέρατα σου, …τα τράγια;

–Είναι ολοφάνερο, ότι ο Παντελής σου βραβεύθηκε, όπως λες, γιατί ήταν άοσμος, άχρωμος, βολικός, ακίνδυνος για κανέναν, ένα ανθρωπάκι του Θεού, διάγων εν ευταξία και κοσμιότητα… Αυτό δεν πάει να πει ήθος;

–΄Ορισμένως ναι..

–Τότε λίαν καλώς! Γι΄ αυτό βραβεύθηκε ο Παντελής, γιατί εγώ, τουλάχιστον δεν ξέρω, κανέναν αληθινό δημοσιογράφο… με ήθος!… Χωρίς βεβαίως να εξαιρείσαι κι εσύ από τον κανόνα!

–Γαβ…γαβ…γαβ, έκανε το ντόμπερμαν, που καθόταν εκεί σιμά στα πόδια του Γαζή, πάνω σ΄ένα χαλί, παρακολουθώντας νυσταλέα τη συζήτηση των αφεντικών του.

–Μπα, έχεις κι εσύ άποψη; παρατήρησε ο Ιάσων, κοιτάζοντας τον σκύλο του, με υψωμένους τους οφθαλμούς πάνω από τα πρεσβυωπικά του γυαλιά.

–Γαβ…γαβ…γαβ…

–Νάτο, ένα ολοζώντανο παράδειγμα αληθινού ήθους, η Τζίλντα μας , το ντόμπερμαν! έκραξε η κυρία Γαζή.

Ο άλλος την κοίταζε με ξεχωριστή περιέργεια… Δεν ήξερε που θα το πήγαινε. Η λεγάμενη συνέχισε:

–Ο σκύλος μας, αγαπητέ μου, έχει πεντακάθαρο ήθος. Ατόφιο!

Είναι υπάκουος, εναρμονισμένος με το περιβάλλον μας, δεν μας δημιουργεί προβλήματα, προστατευτικός, ό,τι του λες κάνει. Τι άλλο σάμπως είναι το ήθος, μήπως αυτό, που διαθέτετε εσείς οι δημοσιογράφοι; Πάρε, σαν δείγμα, την αφεντιά σου!

–Και τι έχω κάνει εγώ;

–΄Όλα, εκτός από ήθος! ΄Έχεις ξεπουπουλιάσει κάθε έννοια ήθους για να φτάσεις, εδώ που έφτασες! Διαφωνείς;

–Τι υπονοείς;

Απλά, χρειάζεται να θυμηθείς, τι κάνεις στη δουλειά σου! Ορμάς σαν σίφουνας, και κλέβεις αρχεία, φωτογραφίες, ντοκουμέντα, μπουκάρεις σε σπίτια πονεμένων, αλωνίζεις, δεν σε σταματάει τίποτε, προκειμένου να αρπάξεις αυτό που εσύ θεωρείς δημοσιογραφική επιτυχία. Δεν σου αρέσει μια φάτσα και τη θάβεις, αναδεικνύοντας μια άλλη που συμπαθάς… Αποσιωπείς γεγονότα και φτιάχνεις άλλα με τη φαντασία σου, είναι ήθος αυτά, και πολλά άλλα, που ξέρω ότι κάνεις; Για να μη θυμηθώ, βέβαια, και τις σουρλουλούδες που κουβαλιόνται στα γραφεία σας και σας τα δίνουν όλα, προκειμένου να τις βάλετε τη φωτογραφία τους, με Κανά δυο σαχλά σχόλια… Άστα τα περί ήθους Μίστερ Τζέϊσον! Σε άλλους μπορεί να τα λέτε, όχι σε μένα, που σας ξέρω από την καλή και την ανάποδη!

–Εγώ καλή μου, δεν μίλησα για το δικό μου ήθος… Τα όσα λες, τα’ χει η δουλειά μου. Και για να σε υπερφαλαγγίσω, θα΄ λεγα, πως η ύπαρξη Βραβείου Ήθους στη δημοσιογραφία είναι καταγέλαστη πράξη. Αποτελεί ειρωνεία!

–Μα αυτό προσπαθώ να σου πω τόσην ώρα! Καλώς το πήρε ο Αθανασίου το βραβείο. Δεν υπήρξε ποτέ δημοσιογράφος, όπως, εσύ, λες. Δεν τον ξέρει κανένας. Σιγανό ποταμάκι. Λάθος άνθρωπος, που εσύ, ωστόσο, τον “έκανες” δημοσιογράφο, και που δεν παραδέχεσαι πως έγινε με τις πατροπαράδοτες αρχές που ισχύουν στο σινάφι σας και να, τώρα, ένα λάθος βραβείο, που σε κάνει να βγάζεις τα σωθικά σου! Τι άλλο χειρότερο μπορούσε να σου συμβεί Μίστερ Τζέϊσον;

–Δεν είναι μόνον αυτό, είναι η ουσία της έννοιας “ήθος”…

–Και ποια είναι αυτή η … ουσία παρακαλώ;

–Ο Παντελής, ούτε σαν ανθρώπινη υπόσταση- ξέχασε τη δημοσιογραφική- διαθέτει ήθος κι αυτό είναι που με συγχύζει!

Σου θυμίζω τη στάση του στο μπορντέλο!

–Ε, και; Για την ανάγκη του πήγε!

–Μ΄ απογοητεύεις, κυρία μου, ξέρεις τις απόψεις μου. Άνθρωπος που καταφεύγει σε μπορντέλο ούτε ήθος έχει, ούτε αυτοσεβασμό! Είναι ζώο!

–Αδυναμία της φύσης, καλέ μου… Αλλά μη μου προσβάλεις και το σκύλο μας, σε παρακαλώ!

–Και θα δίνουμε βραβείο στην αδυναμία, όχι στη δύναμη;

–Είχα την άποψη, ότι πάντα κατανοούσες τις ανθρώπινες αδυναμίες, τι σου συμβαίνει τώρα;

–Δεν έχω αποστεί από τις θέσεις μου αυτές. Το ήθος του ανδρός μόνο με τσουρουφλίζει. Πες μου, ίσως, να κάνω λάθος, μπορεί ένας άνθρωπος που έχει τέσσερα παιδιά και χωρίζει από τη γυναίκα του, λέω μπορεί αυτός ο άνθρωπος να έχει ήθος; Πες μου! Έλα στη θέση αυτής της γυναίκας! Τι θα έλεγες για μένα, αν σε παρατούσα, έπαιρνα το καπελάκι μου και σε χώριζα; Δεν θα΄ μαι ένας κοινός αλήτης;

–Για να΄ μαι ειλικρινής, κύρη μου, δεν θα μου καλάρεσε, αν έκανες κάτι τέτοιο. Χώρια που εμείς, οι δυο, αγαπιόμαστε!

–Δεν ξέρω κανένα ζευγάρι που να μην έχει την αίσθηση, την εντύπωση ότι δεν αγαπιέται στο ξεκίνημά του… τουλάχιστον. Εξάλλου, τι πάει να πει ξεκίνημα, τώρα που το καλοσκέφτομαι; Βλακείες! Αν έχεις αγαπήσει κάποιον, θα΄ χεις πάντα αλώβητο το ήθος σου, να τον περιθάλπεις με την αγάπη σου! Ποτέ δεν τον φτύνεις! Ο χωρισμός είναι φτυσιά! Χρεοκοπία! Ευτελισμός ανθρώπου και σχέσης!

–Χωρίζουν, ωστόσο, ένας στους τρεις, μην το ξεχνάς!

–Ναι, μα κανένας τους δεν διεκδικεί βραβείο ήθους, ούτε και τιμάται. Αυτό είναι που με προκαλεί κυρά μου!

–Σε καταλαβαίνω ψυχούλα μου… Αν κι είσαι θεοπάλαβος, κι …άνευ ήθους, σε λατρεύω! Μ΄ αρέσεις γιατί είσαι απόλυτος, κάθετος!

Ο Ιάσων την λοξοκοίταξε, υπομειδίασε και της πέταξε το σκαμπρόζικο:

–Κι εμένα μ΄ αρέσεις, Δουλτσινέα μου, ειδικά όταν είσαι …οριζοντιομένη!

–Ου, να μου χαθείς βρομιάρη!

–Γαβ… Γαβ…Γαβ, επενέβη απρόσμενα ο σκύλος.

Το ντόμπερμαν σήκωσε την κεφαλή του, προφανώς συμφωνόν ή διαφωνόν με τα όσα έφταναν στ΄ αυτιά του και στην όσφρησή του. Πώς τάχα να ξέρεις τι σκέπτεται ένα σκυλί; Το σίγουρο ήταν ότι κάτι ένιωθε και μάλλον το ένιωθε εύστοχα από την περιρρέουσα ατμόσφαιρα!

΄Έμοιαζε, όμως, περίεργα ενθουσιασμένο και για να το αποδείξει, άρχισε να κουνάει τη κουτσουρεμένη ουρά του παιχνιδιάρικα, ευδιάθετα γλύφοντας με τη σαλιαρίζουσα γλώσσα του και τον έναν και τον άλλη!

-Κάτι θέλει να μας πει ο σκύλος, παρατήρησε ο Ιάσων Γαζής.

–Το βλέπω… μυρίζεται κάτι, δεν ξέρω τι…αν και υποψιάζομαι πως, με τα χάδια του, θέλει να εκφράσει το… ήθος του! υπογράμμισε με σημασία η κυρία Σεβαστή Γαζή.

Πέρασαν κάποιες στιγμές σιγής. Το ζεύγος αλληλοκοιτάζονταν ευχάριστα αμήχανο. Χαμογελούσαν, ωστόσο, μεταξύ τους με ανείπωτη τρυφεράδα.

–Άντε, γλυκούλα μου, στην υγειά σου….

Ο Ιάσων Γαζής, ύψωσε το ποτηράκι του. Το κατέβασε και μη έχοντας, άλλο πιο πρακτικό να κάνει για να ξεφύγει, απ΄ όσα περίεργα τού είχαν συμβεί την σήμερον ημέρα, ξαναβούτηξε στο χαρτομάνι του, κι ο Θεός βοηθός, αν ξέμπλεκε μέχρι τα μεσάνυχτα…

Πάντως, στα διαλείμματα, ο αρχισυντάκτης Ιάσων Γαζής, την ώρα που κατέβαζε γουλιές από το ποτό, ξεστόμιζε ένα σωρό άναρθρες βρισιές που κανείς δεν άκουγε και πιθανόν ούτε ο ίδιος.

ΑΠ.ΒΡΑΧΙΟΛΙΔΗΣ

**Το διήγημα δημοσιεύτηκε με το 2006, αλλά είναι άγνωστον πότε γράφτηκε.

(4.662 ΛΕΞΗΣ)

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s