Ο ΑΓΙΟΣ ΘΑΝΑΤΟΣ…ΑΘΑΝΑΤΟΣ

Ο ΑΓΙΟΣ ΘΑΝΑΤΟΣ…ΑΘΑΝΑΤΟΣ

Το διήγημα αυτό γράφτηκε το 2001 και είχε αλλεπάλληλες δημοσιεύσεις στον Τύπο. Εδώ το αντιγράφουμε από το περιοδικό ΟΡΑΣΗ του 2005. Τεχνικά είναι λιγάκι θολό, αλλά πάντως διαβάζεται……ΝΑΙ μεν, αλλά έγιναν ήδη κάποιες αλλάγες Το μπρός…πήγε πίσω .. Αρχίζουμε με το ορίτζηναλ κι όχι με το φωτοτυπικό που ακολοθεί… έτσι για το θεαθείναι.. Οπότε κανένα πρόβλημα!

ΔΙΗΓΗΜΑ του ΑΠ.ΒΡΑΧΙΟΛΙΔΗ

Χτύπησε την πόρτα κι αφού άκουσε τό “μπρος” μπήκε μέσα στην κάμαρη ευγενικά.

—Καλώς τονε, σε περίμενα! Εκανε ο άνθρωπος που ήταν σκυμμένος σε μια στοίβα από χαρτιά πάνω στο γραφείο.

Του έδειξε μια καρέκλα και έκανε νόημα στον επισκέπτη να καθίσει.

—Ευχαριστώ, μα δεν μου περισσεύει χρόνος.΄Εχω να πάω κι αλλού κλήσεις…

—Γιατί, βρε αδερφέ, τόση βιασύνη;Τι σας έπιασε;΄Ετσι κι αλλιώς στο χέρι μάς έχετε, τι σήμερα, τι αύριο;

—Δεν ξέρω, κύριε, μη ρωτάτε εμένα.Είμαι υπάλληλος,όργανο, κι εκτελώ εντολές,παρατήρησε με άψογη επαγγελματική ευγένεια ο επισκέπτης.

—Δεν μου λες, καλόπαιδο, η “κλήση” που έφερες είναι “αμέσου εκτέλεσης”, ή λέει το αφεντικό σου να εμφανιστώ ενώπιον του εντός κάποιας προθεσμίας… σε εικοσιτέσσαρες ώρες, ας πούμε;

—Δεν βλέπω να υπάρχει καμιά προθεσμία εδώ…

—Εντάξει, δεν φέρω αντίρρηση,σέβομαι την αποστολή σου, μα ακόμη δεν τέλειωσα…

—Τόσον καιρό,επιτέλους, τι κάνατε;

—΄Ελα ντε…Αν κι ένιωθα πάντα τελειωμένος, ωστόσο, έλεγα, σήμερα-αύριο θα τα καταφέρω, να μουντζουρώσω στο χαρτί δυο-τρία πράματα παρακαταθήκης, κληρονομιάς, διαθήκης… Κάτσε μωρέ, παλουκώσου στην καρέκλα, δεν μπορώ να σε βλέπω όρθιο, σαν λαμπάδα στο φέρετρό μου, που ακόμη δεν έχει στηθεί,έσκουξε.

—Ο κύριος δείχνει επιπόλαιος, αν και δεν του φαίνεται…Για ποια παρακαταθήκη μιλάτε, τι είναι αυτά;…

—Μα,το αφεντικό σου έκανε το ίδιο, μας άφησε παρακαταθήκη, κληρονομιά “πλεύσης ζωής”,κοντολογής …τουριστικό οδηγό.

—Είχε την πρόνοια, εν τούτοις, να μην κάτσει να γράψει, όπως εσείς. Άλλοι γράψανε γι αυτόν και δεν φέρει ο ίδιος την παραμικρή ευθύνη!

—Ορθόν, μα είναι κακό να θέλω εγώ να πω δυο κουβέντες, πριν πάρω το καπελάκι μου κι έρθω στο τσαρδί σας;

—΄Οχι, μα είναι μάταιο… Ματαιότης τα πάντα, κύριέ μου, το ξέρετε,γιατί παιδεύεστε άνευ λόγου;

Ο άνθρωπος, που ήταν σκυφτός στο γραφείο, κούνησε το κεφάλι απαγοητευμένος, συμφωνώντας απόλυτα με τις παρατηρήσεις του επισκέπτη του.Ωστόσο, τού’χε βιδωθεί να γράψει δυο λογάκια, για τα παιδιά του έστω. “Υπεύθυνος” ένιωθε, αν και η γυναίκα του “ανεύθυνο, τον κατέβαζε και σαχλαμάρα τον ανέβαζε”.

—Κάνουμε μια κουτσουκέλα, φιλαράκο; Δώσε μου κανά-δυο ώρες παράτα, μέχρις ότου τελειώσω το γραφτό… Κάνε μια βόλτα εδω γύρω, δώσε στους άλλους τις “κλήσεις” σου και ξανάρχεσαι…΄Η αν θες, κάτσε εδώ, να σε τρατάρω κάτιτις και μόλις τελειώσω, φεύγουμε μαζί σαν κύριοι…

—Ο κύριος άρχισε πάλι τις παλιές πονηριές του..Ξέρει καλά πως τέτοια τερτίπια δεν περνάνε στον προϊστάμενό μου, “ ός τα πανθ΄ορά…”

—Νομίζω πως το αφεντικό σου μας έγινε στενός κορσές…Τι ζητάω, σάμπως, λίγες στιγμές μέχρις ότου τελειώσω το κείμενο.Ξέρω, είμαι μελλοθάνατος, από την πρώτη μέρα που βγήκα στη ζωή. Στούς μελλοθάνατους,παρέχεται το δικαίωμα της τελευταίας θελήσεώς τους…

΄Αλλος θέλει να καπνίσει ένα τσιγαράκι, άλλος να βρίσει… εγώ ζητάω τίποτε παράλογο, άπρεπο; Απλά λίγο χρόνο,για να ξεράσω αυτά που πρέπει,

αυτά που θεωρώ ότι μπορεί νά’ναι χρήσιμα στους άλλους,ωσότου πάρουν κι αυτοί, με τη σειρά τους,κλήση, εν καιρώ τω δέοντι. Είναι κρίμα να αιφνιδιάζονται οι δύσμοιροι..

Ο επισκέπτης τον κοίταξε, μάλλον με κατανόηση και περιέργεια προπαντός.

—Βάλτε ένα ούζο, μεζέ δεν θέλω! Ξεροσφύρι θα το κοπανήσω.Θα κάτσω,για να δω που το πας… Και, μεταξύ μας, τσιμουδιά στ’ αφεντικό μου, γιατί θα μού κόψει τα πόδια…

—Τό’ξερα από πάντα πως είσαι λεβεντιά. Δεν είσαι σαν εκείνους τους φρικώδεις κλητήρες,δικηγόρους, εισαγ-γελείς, που σου κάνουν κατάσχεση περιουσίας και ζωής επι- τόπου.Εχεις κατανόηση και το εκτιμώ.

Ξαναβυθίστηκε βιαστικά στα χειρόγραφά του και το δεξί του χέρι ανεβοκατέβαινε στο χαρτί. Το φωτιστικό, που είχε δίπλα του,ένα σπαρματσέτο, ολοένα και τρεμό-σβυνε, σκιάζοντας τρομακτικά το χώρο.

Ο επισκέπτης έπινε ούζο και καθώς είναι παράδοση στους ευγενείς να λένε και κάποια ευχή όταν πίνουν, αυτός δεν είπε “στην υγείαν σας”, αλλά, “εις την αιώνιον ζωήν σας”.

Σε μια στιγμή, ο άνθρωπος που έγραφε, δεν τ΄άντεξε και παρατήρησε,μη αποκρύπτων τον εκνευρισμό του.

—Στάσου, ρε φίλε, τι είναι αυτό το “εις την αιώνιον ζωή μου”; Εδώ ήρθες να μου πάρεις τη ζωή, εγώ σε λίγες στιγμές πεθαίνω. Ποια είναι αυτή η αιώνιος ζωή που δεν έχω ιδέα;

Ο επισκέπτης, τον έκοψε, αυστηρά κι αντίς να αποκριθεί στην ασεβή, αναιδή πρόκληση, ρώτησε ευγενικά:

—Μπορώ να ρίξω μια ματιά στα χειρόγραφά σας;

—Και δεν ρίχνεις, για ανάγνωση τα γράφω…

Είπε “ευχαριστώ” και χούφτωσε ένα μάτσο χαρτικό κι άρχισε να διαβάζει, απο μέσα του, ενώ ο άλλος συνέχισε να γράφει.

Διάβαζε ο επισκέπτης:

“Παιδιά μου, νά’στε ψύχραιμοι.Η ζωή είναι μια περιπέτεια, που γίνεται συναρπαστικότερη με το θάνατο.

Ο Θάνατος δεν είναι απειλή, αλλά ευλογία! Τον έχουμε πάρει στραβά.Είναι σύντροφος, μα τον αποφεύγουμε σα λέπρα.Καρντάσι είναι, σύντροφος, και στο καθημερινό σας τραπέζι,έπρεπε νά’χετε το δικό του πιάτο.Γιατί όσο πιότερο τον έχουμε στο νου,τόσο και τα βήματά μας θά’ναι πιο θετικά, δημιουργικά και σωστά.

Ο θάνατος είναι πυξίδα ζωής.Οδηγός που εξανθρωπίζει”.

“Τρώμε τις σάρκες μας για μικροπράματα κι ανώφελες διαινέξεις μεταξύ μας,λες κι έχουμε υπογράψει συμβόλαιο μονιμότητας, ενώ είμαστε απλοί τουρίστες, περαστικοί.

Ο άκρατος, σχεδόν αθεράπευτος μεταξύ μας ανταγωνισμός, μας τυφλώνει και μας κάνει να ξεχνάμε πως όλοι μας ξεβράκωτοι γεννιόμαστε.

Η υπόθεση σκαρτεύει, όταν αρχίζουν να μας βάζουν βρακιά. Το βρακί, στη ζωή, είναι κλειδί. Σκεπάζει τη γύμνια μας.. άγνωστον για ποιο λόγο πώς μας βιδώθηκε αυτή η συνήθεια. Μετά πήραμε την κατηφόρα.

Το σαράκι της επιδίωξης της επιτυχίας, πάση θυσία,μας έχει κάνει σμπαράλι.΄Ετσι, ο κόσμος γιόμισε από “πετυχη-μένους” και μεταξωτά βρακιά, σε πλαδερά, άθλια πισινά. Τρέχουμε και δεν φτάνουμε, χωρίς να μας περνάει από το νου, ότι δίπλα μας είναι ο πιο πετυχημένος, απ΄όλους, ο Άγιος Θάνατος. Αυτόν τον έχουμε γράψει στα τσαρούχια μας, σαν να μην υπάρχει, αν και είναι ο ΜΕΓΑΣ ΥΠΑΡΚΤΟΣ! Ο θάνατος δεν είναι σκιάχτρο, αλλά φανάρι ζωής. Τον αντιμετωπίζουμε με αποτροπιασμό,μόνον όταν κτυπήσει την πόρτα μας. Τότε απορούμε, γιατί επιλέγει εμάς, κι όχι τον διπλανό μας.Τέτοια αναισθησία! Δεν μας δόθηκε η ζωή για τέτοια χαζά. Χαζοπορούμε ωστόσο.”

Ο επισκέπτης σήκωσε τους οφθαλμούς του από τα χειρόγραφα και συλλογισμένος, βαθέως, σχολίασε..

—Καλούτσικα, μ΄αρέσουν αυτά που σημειώνετε, Κύριε..

—Μπα; Εχουμε και κριτική; Σας ευχαριστώ!

—Με ειρωνεύεστε;

—Κατά κάποιο τρόπο, ναι… Διότι γνωρίζω ότι το αφεντικό σου ξέρει πώς σκέπτομαι κι ότι τέτοιες κολακείες δεν τις σηκώνει, ο οργανισμός μου! Η κολακεία, φίλε μου, είναι, εκτός των άλλων, και μεγάλη παγίδα για τον άνθρωπο!

Τα παινέματα, την αναγνώριση από τ’άλλα δίποδα, τα κυνηγάει ο άνθρωπος κι επ΄αυτών στήνει το προσωπικό του οικοδόμημα. Έχει μπλεχτεί ανεπανορθώτως κι επισκευή ουδεμία χωρεί.

—Αφού δεν χωρεί καμιά επισκευή στο ανθρώπινο γένος, εσύ γιατί μουντζουρώνεις αυτά τα … δήθεν επισκευαστικά;

—Έχείς δίκαιο.Έτσι μου κατέβηκε… Θεία εμπνεύσει! Βλακεία μου ορισμένως.Πες το κι έτσι!… Άσε με, όμως, να τελειώσω και μη με διακόπτεις.

Ο άλλος συνέχισε, μετά απ΄αυτό, την ανάγνωση.

“Τέκνα μου, απλοποιήστε τη ζωή σας.Χαρείτε την.Μην ψάχνεστε για να ερμηνεύετε τα μυστήρια της ζωής. Θα μπερδευτείτε.

Δεν είναι ο δημιουργός που τα μπουρδούκλωσε επίτηδες.Αλλά το δικό μας νιονιό. Εχουμε όλοι την εντύπωση ότι εδώ επί γης, είμαστε μόνιμοι. Στήνουμε μύθους κι “επιτυχίες” πάνω στην άμμο. Αν σε κάθε ενέργειά μας ,είχαμε κατά νουν τον φιλαράκο μας,τον κολλητό μας, Άγιο Θάνατο, τότε όλα θάταν αλλιώτικα και δεν θά’χαμε ανάγκη κανέναν άλλο άγιο,που να τον κανακεύουμε με τάματα και παρακάλια μεσιτείας για να μας έχει καλά,ο ΄Υψιστος,ώστε να ντερλικώνουμε επ άπειρον…Η επιδίωξη του πλούτου είναι απέραντη ανασφάλεια και χρεωκοπία του ανθρώπινου είδους.΄Οχι πως δεν πρέπει να επιδιώκεται.Αλλά να μην καθίσταται αυτοσκοπός.

Ο Θάνατος είναι το μόνο ασφαλές,το σίγουρο επί ζωής.Με τον θάνατο αλά μπρατσέτα δεν θα υπήρχε δάκρυ ούτε καραγκιοζλίκια κηδειών μετά στεφάνων και περίκαλλων τάφων. Η τυπική αναχώρηση ενός ατόμου από τη ζωή θά’ταν πανηγύρι χαράς, ίδιο με τη γέννα του.

Η μάνα μου πέθανε τη μέρα της γιορτής του ενός γιού μου.Δεν τα βάψαμε μαύρα.Μετά την κηδεία, διέταξα να αρχίσει το πανηγύρι για τη γιορτή του παιδιού.Βέβαιος ότι η τεθνεούσα μήτηρ μου δεν θα με κατσάδιαζε, αφού ήταν πρώτη στα γλέντια.

Μην ψάχνεστε για μυστήρια, μάγια,μέλλον, άλλα υπερφυσικά, μεταθανάτιο ζωή. ΄Ολα αυτά υποτιμούν την ανθρώπινη φύση.

Χαρείτε τη δωρέα ζωής, χωρίς να ξύνεστε.Διότι οδηγείστε στο πουθενά.

Αγγίξτε το χέρι μεταξύ σας κι αγαπηθείτε.Μην βλέπετε στον συνάνθρωπό σας τον αντίπαλο, τον ανταγωνιστή.Δείτε τον σαν αγαπητικό κι όχι σαν αυτόν που θέλει να σας βάλει πεπονόφλουδα στο διάβα.

Να ασπάζεστε μεταξύ σας..

Να σκέπτεστε τον φίλο θάνατο, που σας καρτεράει στο σταυροδρόμι.

Τον λατρεύω αυτόν τον φίλο, γιατί με προφυλάσσει από αποκοτιές κι επιπολαιότητες.

Μισώ τις κηδείες και τους θεατρινισμούς που τις περιβάλλουν.

Τέκνα μου, ανεξάρτητα από τα ειωθώτα,εγώ δεν επιθυμώ να κηδευτώ!Τα σάβανα δεν ταιριάζουν σε μένα.Κι επειδή, ως ψόφιος κατ΄ανάγκη,δεν μπορώ να κάνω τίποτε για την τύχη του κουφαριού μου,σας παρακαλώ, κάντε τον κόπο, να δώστε το πτώμα μου σε κάποιο Ανατομείο ιατρικής Σχολής ή ρίξτε το σε ρεματιά, ή στη θάλασσα, ή δώστε το στα σκυλιά.

Έτσι νομίζω ότι θα με τιμήσετε θετικά…αν βέβαια φλέγεστε από τέτοια διάθεση.Διότι, κάποια πλάσματα της φύσης θα επωφεληθούν,θα ευχαριστηθούν από μένα.Θα συνεχίσω νά’μαι χρήσιμος, έστω για λίγο και μετά τη θανή μου!

΄Οβολα ή κτίσματα δεν σας αφήνω, διότι δεν επιθυμώ να σφάζεστε μεταξύ σας, για το ποιος θα πάρει τούτο, και ποιος τ’άλλο μερεμέτι,χώρια που στην μοιρασιά, αν λαθέψω στο καντάρι ,τότε δεν γλιτώνω το μεταθανάτιο βρισίδι… Καλύτερα, λοιπόν, έτσι!

Λάθος δεν κάνω. Κοιτάξτε μονάχα,μην κάνετε την αποκοτιά να με παραχώσετε σε τάφο.Θα βρυκολακιάσω. Το τάζω!”

Ο Επισκέπτης, κλητήρας του Υψίστου, ύψωσε το χέρι του και έτριψε τα μάτια του. Αν κι από φυσικού του αγέλαστος, στο πρόσωπό του σχηματίστηκε μια ακτίνα χαμόγελου. ΄Υστερα από λίγο, λάλησε:

—Διασκεδαστικά αυτά που γράφετε… Νιώθω αμήχανος κάπως. Μου πλέκετε το εγκώμιο… δεν ξέρω τι να πώ… Εσείς με εξωραϊζετε… Οι άλλοι, ούτε τολμούν να με ονοματίσουν.

Σηκώθηκε. Κοίταξε το ρολόϊ του.

—Φεύγω, είπε…

—Δεν θα με πάρετε;

—΄Οχι, αφήστε το.Μια άλλη φορά. Στο μεταξύ, συνεχίστε να γράφετε, αλλά κοιτάξτε, την άλλη φορά που θάρθω, μη και δεν έχετε τελειώσει. Σήμερα, θα κάνω τα στραβά μάτια. Θα γράψω στο Κλητήριο Θέσπισμα “αγνώστου διαμονής” και μετά βλέπουμε..

—Μα τι λέτε, Κύριε,με καταδικάζετε να συνεχίσω να ζώ; Με ρωτήσατε αν θέλω; Στο κάτω της γραφής, δεν βλέπω τι άλλο χρήσιμο μπορώ να κάνω στη ζωή.Θα επαναλαμβάνω συνεχώς τον εαυτό μου, χώρια που κινδυνεύω να γίνω και βάρος στους δικούς μου. Είναι αβάσταχτο!Κουραστικό, βαρετό!

—Θα σας περάσει… Κύριε! Εις το επανιδείν, πάντως.

Ο επισκέπτης άνοιξε την πόρτα και γλύστρησε έξω σαν σκιά.

Mετά από λίγα δευτερόλεπτα, ωστόσο, ξανακούστηκε ο κτύπος στην πόρτα κι ο επισκέπτης ξανάκανε την εμφάνισή του, δειλά,διακριτικά, με κάθε ανθρώπινη ευπρέπεια.

—Μπα… άλλαξες γνώμη, αγαπητέ μου; Αποφάσισες τελικά να με πάρεις; Άντε πάμε, είπε ο άνθρωπος και σηκώθηκε από τη θέση του!

—΄Οχι. όχι! Ο κύριος δεν πρέπει να βιάζεται!Έχω μια απορία μόνο: Αλήθεια, πως σας φάνηκε η ζωή έως τώρα; Μετανιώσατε καθόλου;

—Τι είμαι, καλέ εγώ, που θα μετανιώσω; Να μετανιώσει αυτός που έφτιαξε τη ζωή, δεν είναι δικό μου φτιάξιμο,αν και για τα δικά μου φτιαξίματα σπανίως μετανιώνω! Ρώτα το αφεντικό σου…Τώρα, αν θες τη γνώμη μου,η ζωή, σου λέω, πως είναι σαν κινέζικια σάλτσα..Γλυκόξινη!

—Τι είναι αυτή η κινέζικια σάλτσα, ιδέα δεν έχω..

—Καλά δεν έχεις πάει στην Κίνα;

—΄Οχι, εγώ είμαι αρμόδιος στις ευρωπαϊκές υποθέσεις. Έχουμε χωρίσει τη γή σαν κομμάτια μπακλαβά κι ο καθένας έχει τό πόστο του.Γίνατε πολλοί, βρε αδερφέ, και δεν σας προλαβαίνουμε..Ειδικά τα Σαββατοκύριακα, πέφτετε σαν ακρίδες… στην άσφαλτο!Δεν κλείνουμε μάτι από τη δουλειά!

—Α, δουλεύετε, αν δεν κάνω λάθος, ολημερίς κι ολονυκτίς! Κάνετε υπερωρίες…

—΄Οπως ακριβώς το λέει ο κύριος..

—Τουλάχιστον, το αφεντικό σας, σας κολλάει…ένσημα ΙΚΑ;

—Πάλι ο κύριος αστειεύεται…έκανε ο επισκέπτης και πλησίασε τον άνθρωπο, ζητώντας ευγενικά να καθίσει ξανά στην καρέκλα, σημειώνοντας: Ξέρετε, έχετε ενδιαφέρον!

—Βρίσκετε;

— Ναι! Διότι, όπου πάω, πλακώνει η ψυχή μου.Να κάτι μουτράκλες όλοι τους.Ολοφύρονται, χτυπιούνται, σπαράζουν παρακαλάνε, τάζουν στους Αγίους λαγούς με πετραχήλια, του κόσμου τα τάματα,για να μην τους πάρω την ψυχή! Με φοβούνται.

Ενώ εσείς πέρα βρέχει! Ούτε κρύο σας κάνει, ούτε ζέστη, δεν δείχνετε τον παραμικρό φόβο από την επίσκεψή μου..

—Να σκιαχτώ εγώ, εσένα, Μέγα Άρχοντά μου;΄Ελα Χριστέ και Παναγιά.΄Ισα-ίσα, θεωρώ μέγιστη τιμή που ήρθες και χτύπησες την πόρτα μου!

—Επιμένετε, βλέπω… Δεν σας νιάζει που θα χάσετε τη ζωή σας;

—Δεν νιάζομαι ποτέ για κάτι που δεν είναι δικό μου.Αυτός που μου την έδωσε έχει δικαίωμα, ανά πάσα στιγμή, να κάνει απόσυρση του δώρου του. Εμένα δεν μου πέφτει λόγος.

Ο άλλος μόρφασε,κι αντί να πεί ο,τιδήποτε, προτίμησε να παρακαλέσει ένα ούζάκι,γιατί όπως είπε του “άρεσε πολύ”.

Τσούγκρισαν, ευχόμενοι αλλήλλοις, ο μέν επισκέπτης “εις την αιώνιον ζωήν”, ο δε άνθρωπος “εις την υγείαν σας, Άρχοντα μου”. Μην αντέχοντας ο άνθρωπος τον πειρασμό, παρατήρησε:
—Μεταξύ μας, η δικιά μου ευχή είναι η πιο σωστή. Διότι το μόνο υγιές πλάσμα που έχω υπόψη μου είσαι εσύ, ΄Αρχοντά μου,ο Θάνατος. Ζείς και βασιλεύεις αενάως και αωνίως.Η ζωή, η δικιά μου ζωή, αν θες, είναι ημιτελής, κολοβή, έχει αρχή και τέλος.Εσύ δεν έχεις τέλος… Φυτρώνεις εκεί που δεν σε σπέρνουν.

—΄Ετσι τα κανόνισε ο δημιουργός… είπε ο επισκέπτης.

—Καλά, τέτοια κανονίσματα, τα φτιάχνω κι εγώ…Μισές δουλειές. Μας δίνει τάχατες ζωή, μα ο μόνος που έχει εδώ ζωή,ΕΣΥ είσαι, Άρχοντά μου! Είσαι σαν την Ελλάδα , που ποτέ δεν πεθαίνει!…

—Χι…χι…χα, έκανε. Ξαναγέμισε το ποτήρι, παρακάλεσε, πάντα, ευγενικά ο περίεργος επισκέπτης.

Του αλλουνού τού πέρασε η ιδέα: “Να μια καλή ευκαιρία να να μεθήσω το τομάρι αυτό, που κόλλησε εδώ και δεν λέει να ξεκολλήσει”. Μα ξέροντας ότι ο άλλος θα καταλάβαινε τις σκέψεις του, περιορίστηκε να σχολιάσει..

—Καλό το ουζάκι, έτσι φίλε;

—Μην το συζητάτε.. Καιρό είχαν να με τρατάρουν.Γι αυτό και χαίρομαι τη συντροφιά σας!Παντού, όπου πάω με καταριούνται, με βλέπουν με μισό μάτι, όπως άλλωστε κι όλους τους επί γής κλητήρες…

—Αν καλά κατάλαβα, σύντροφε -μου επιτρέπεις να σ΄αποκαλώ έτσι -εμείς οι δυο μάλλον συμπλέουμε-…

—Κι ασφαλέστατα! Αλλιώτικα δεν θα καθόμουν εδώ, να κοπανάω μύγες, χωρίς λόγο.Θα εκτελούσα, ψυχρά την κατάσχεση ζωής σας! Κι ούτε γάτα, ούτε ζημιά.

Ο άνθρωπος έκανε ένα νόημα προς τον επισκέπτη να σκύψει προς το μέρος του, για να του πει ψιθυριστά:

—Μεταξύ μας, μεγαλε φίλε, σε παρακαλώ… δεν κάνεις την κατάσχεση της ζωής μου, να ξεμπερδεύουμε;

—Το θέμα έκλεισε,δεν συζητιέται. Σας το είπα, ότι θα τα μπαλώσω, θα πω στ΄αφεντικό ότι είστε “άγνωστης” διαμονής και μετά βλέπουμε..

‘Υψωσε το ποτήρι, κατέβασε μια γερή γουλιά, ευχόμενος εις τον άνθρωπον πάλι με εκείνο το: “Εις την αιώνιον ζωή σας!

—Την δικιά μου, ξέχασέ την. Εγώ βαρέθηκα αυτήν και σύ μου τάζεις αιώνιον; Πα..πα..πα.. να λείπει! Μεγάλε, κράτα την για πάρτη σου.

—Ω, ο κύριος, λογαριάζει χωρίς τον ξενοδόχο…

—Δεν κατάλαβα; Κάνουμε διακοπές και μένουμε σε ξενοδοχείο;

—Κι ασφαλώς! Διακοπές δεν κάνετε εδώ στη γη;

—Ορισμένως, ναί… Ωραία, πού είναι το πρόβλημά σας;

—Εγώ δεν έχω κανένα πρόβλημα. Εκτελεστής εντολών είμαι.

—Πες, σχέτα εκτελεστής! Το ξενοδόχος πού κολλάει;

—Στο ότι, για τις διακοπές σας, πρέπει να πληρώσετε τον λογαριασμό!

—Α, τώρα , μάλιστα… χρωστάω κι από πάνω;

—Και βεβαίως, διακοπές δεν κάνετε;

—Μου… τις έκαναν. Δεν τις επεδίωξα εγώ.. Με βάλανε σ΄ένα πούλμαν και με ξεφορτώσανε στο ξενοδοχείο γης…

—Ωστόσο, τις απολαύσατε…

—Δεν αρνούμαι, μα,διακοπές, ως …γλυκόξινη κινέζικια σάλτσα; Στο Θεό σου!

—Ασήμαντος η λεπτομέρεια.Η οφειλή σας προς το ξενοδοχείο πρέπει να πληρωθεί!

—Και τι είναι, παρακαλώ, ο λογαριασμός;

—Ο Κύριος, οφείλει νά’ναι ψύχραιμος.Έχει σοβαρό χρέος κι αν προσθέσουμε τα ΦΠΑ, τα αγγελιόσημα, τα δημοτικά τέλη,τα διόδια κ.λ.π., νομίζω, πως θα δυσκολευτεί πολύ!

—Σιγά-σιγά! Πήρες φόρα. Φράγκο ξέρεις, δεν έχω!Ούτε μία! Με τη ζωή που θα μου πάρεις, αν ξοφλάμε μια κι έξω για τις παναθεματισμένες διακοπές μου, τότε πάρ’την και άντε στο διάολο ή στην ευχή του Θεού. Δεν πληρώνω δεκάρα!

—Μην παραφέρεται ο κύριος! Θα έχει ήδη καταλάβει πως είμαι καλής πρόθεσης ύπαρξη!Ως κλητήρ του Υψίστου, έχω τη δυνατότητα να κάνω και τα στραβά μάτια!Λέω ό,τι θέλω στο αφεντικό,κλείνω τον φάκελλο, τον κρατάω ρεζέρβα,τον ρίχνω στις καλένδες! Άστο, έχουμε κι εμείς τα τερτίπια μας…

—Μεγάλε ΄Αρχοντα, μήπως υπονοείς ότι πρέπει να σε λαδώσω,για να αναβάλεις την κατάσχεση ή να κλείσεις τον φάκελλο, όπως γίνεται με τους γήινους κλητήρες;

—Ο κύριος υπερβαίνει τα όρια…Να γιατί ,όχι τυχαία, έχετε βεβαρυμένο λογαριασμό…

Ο επισκέπτης, ανακάθισε ελαφρώς.΄Ετεινε το χέρι του πρός τη δεξιά κωλότσεπη του πανταλονιού του κι έβγαλε ένα τεφτέρι. Το ξεφύλλισε για λίγες στιγμές και μετά στάθηκε σε μια σελίδα.

—Να, εδώ ο φάκελός σας, είναι αποκαλυπτικός. Εσείς εδώ τά’χετε διαπράξει όλα! Δεν γλιτώνετε με τίποτε. Και σας εύχομαι, ο ταλαίπωρος και… “αιώνιον ζωή”! Θα φταίει το ούζο που με ποτίσατε! Μα τόσο παλάβιασα; Εσείς πάτε σούμπιτο στην κόλαση! ΄Ολες τις εντολές του Κυρίου, τις κάνατε φύλλο και φτερό!

—Τόσο δραματικό είναι αυτό, Αγιε Θάνατε-Αθάνατε; Αυτό το “κόλαση”, μήπως είναι άλλο ένα ξενοδοχείο;

—Περίπου!

—Δηλαδή, ο Κύριός σου,ο αφέντης σου, ο εντολέας σου, άλλη δουλειά δεν έχει, παρά ν΄ ανοίγει ξενοδοχεία, να με σέρνει σ΄αυτά χωρίς τη βούλησή μου και να πληρώνω από πάνω τα σπασμένα εγώ, για τις δικές του επιλογές;

—΄Ετσι φαίνεται…

—Γιατί, τότε δεν ζητάς λογαριασμό απ΄αυτόν,μια κι αυτός με επέλεξε. Είμαι άβουλο πιόνι του δηλαδή;΄Ετσι δε λες;

Μωρέ, λεβέντη μου, δεν είναι καιρός να του δίνεις;Δεν μπορώ να ακούω άλλα χαζά, δεν μου φτάνουν τα γραμμάτια,κι οι ακάλυπτες επιταγές που έχω στο κεφάλι μου,τώρα βγαίνω και χρεωστικός στ΄ αφεντικό σου! Υπέγραψα τίποτε μαζί του,τι είναι αυτά; Δεν με παρατάς λέω εγώ, πριν αρπάξω την μαγκούρα μου. Θες να κάνεις κατάσχεση, κάντην, να ξεμπερδεύουμε,άμα πιά!

—Ω, ο κύριος πλέον,δεν ελέγχει τον εαυτό του..ξεφεύγει από τα όρια…υπογράμμισε ο νυκτερινός επισκέπτης.

—Μη μου μιλάς εμένα για όρια, διότι είμαι απεριόριστος!Δεν χαμπαρίζω από τίποτε.. Δεν σε σκιάζομαι,σ’τοδωσα να το αντιληφθείς,νομίζω.

Αν σε γουστάρει,πάρε την ψυχή μου και κάν’την σαλάτα, ρίξε όμως, και λίγη…κινέζικη σάλτσα και μετά τα λέμε.

Κι αν έχεις άλλες απορίες για πάρτη μου,ανάμενε να τελειώσω την διαθήκη μου,την παρακαταθήκη μου. Κανά δυο σελίδες μου λείπουν… για το φινάλε.

—Φίλε μου,η διαθήκη, τα κείμενα που γράφεις, κουβαλάνε μέσα τους ΕΜΕΝΑ, τον θάνατο! Είναι θνησιγενή. Εσύ,όμως, το χαβά σου, αν και το ξέρεις! Κανείς δεν θα τα προσέξει. Ματαιοπονείς! Στου κουφού την πόρτα όσο θέλεις βρόντα.

—Ναι, τώρα πια, κατουρούθηκα! Το ξέρω αυτό. Μα πρέπει να το κάνω. Κατά τον ίδιο τρόπο, που εσύ πρέπει να κάνεις αυτό που έχεις εντολή.Με μια διαφορά: Εγώ δεν εκτελώ κανενού εντολές. Είμαι σε πλεονεκτικότερη θέση! Είμαι λεύτερος. Εσύ, εξαρτημένος,υπαλληλάκος του κερατά. Εργαλείο, όργανο κάποιου άλλου. Εκτέλεσε την εντολή που έχεις στο τσεπάκι σου! Άντε … για να τελειώνουμε.

Κατάλαβε το. Εγώ, Μέγα΄Αρχοντα, δεν προσκυνώ κανέναν επίγειον ή επουράνιο, ή επικολάσιον αφέντη! Θες την ψυχή μου, φάτην! Αν και προβλέπω, πως στο τέλος θάχεις… διάρροια. Κουβαλάω πολλά μικρόβια,μέσα μου. Σας προειδοποιώ.Θα τσιρλιστείτε, εσύ κι ο αφέντης σου!Θα τρέχετε στα νοσοκομεία από τροφική δηλητηρίαση, όπως οι τουρίστες μας στις Κυκλάδες και δεν θα προλαβαίνετε..Με τα βρακιά στο χέρι..΄Αστα, μακρυά από μένα…

Ο επισκέπτης σηκώθηκε και παραδόξως έτεινε το χέρι του, για χαιρετούρα, προς τον ανθρωπάκο.

—Χάρηκα που σας γνώρισα, είπε! Ειλικρινώς,είστε ξεχωριστή περίπτωση.Θα τα ξαναπούμε… Εξ’ άλλου, συμπαθώ και το ουζάκι σας…Kαι καλά σας Χριστούγεννα… Και του χρόνου!

—Καλά μου Χριστούγεννα; Φτάσανε κιόλα; Ε, πιά στις μέρες μας έχουμε τελείως αποξεχαστεί… Μα τι το θες αυτό “και του χρόνου”, αφού τάπαμε,δεν τάπαμε; Βαρέθηκα αυτό το ξενοδοχείο γης! Μου δίνεις παράταση ζωής, αν καλά μαντεύω;

Ο επισκέπτης, απρόσωπος, ξαναευχήθηκε: “Καλά Χριστού-γεννα”. Τρεκλίζοντας, άνοιξε την πόρτα κι εξαφανίστηκε.

Το σπαρματσέτο, αν και τρεμόπαιζε, συνέχισε να φωτίζει το δωμάτιο, με υπερκόσμιες, δραματικές φωτοσκιάσεις.΄Εξω χιόνιζε.

AΠ.ΒΡΑΧΙΟΛΙΔΗΣ

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s